Επιστροφή

Ομιλία αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Γιώργου Χουλιαράκη στην υποεπιτροπή για το δημόσιο χρέος

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ (Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών): Ευχαριστώ, κύριε
Πρόεδρε.
Για την οικονομία της συζήτησης, θα αποφύγω να αναφερθώ σε δύο πράγματα.
Πρώτον, θα αποφύγω να αναφερθώ στις πολιτικές ευθύνες όσων διόγκωσαν το χρέος και το
κατέστησαν μη βιώσιμο μέχρι την κρίση του 2009-2010 και δεύτερον, θα αποφύγω να
αναφερθώ - το έχω κάνει ήδη πολλές φορές- στους λόγους που οδήγησαν σε αποτυχία τα
δύο προηγούμενα προγράμματα προσαρμογής. Αυτά θα τα αφήσω στην άκρη και θα
ασχοληθώ με το θέμα της απομείωσης του δημόσιου χρέους από εδώ και πέρα.
Το περίγραμμα των μέτρων ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους περιγράφεται με τρόπο
σαφή στην απόφαση του Eurogroup της 25ης Μαΐου του 2016. Τα κύρια στοιχεία της
απόφασης αυτής είναι τρία.
Πρώτον, ένας νέος ορισμός του τι σημαίνει βιώσιμο δημόσιο χρέος. Εγκαταλείπεται η
παραδοσιακή αναφορά στο απόθεμα του χρέους ως μερίδιο του Ακαθάριστου Εγχώριου
Προϊόντος και υιοθετείται ο ορισμός του ετήσιου κόστους χρηματοδότησης ή εξυπηρέτησης
του χρέους. Είναι ένας σαφής ορισμός, λειτουργικός ορισμός, που κατά τη γνώμη μου
διευκολύνει τις ελληνικές θέσεις.
Δεύτερον, αναγνωρίζεται πως με τα σημερινά δεδομένα το ελληνικό δημόσιο χρέος
δεν είναι βιώσιμο και υπάρχει ρητή δέσμευση των κρατών μελών για υιοθέτηση μέτρων
απομείωσης του χρέους σε τρεις χρόνους. Πρώτον βραχυχρόνια, με χρονικό ορίζοντα
εφαρμογής άμεσα και μέχρι το τέλος του προγράμματος το καλοκαίρι του 2018, δεύτερον, σε
χρόνο μεσοπρόθεσμο, με σημείο εκκίνησης το τέλος του προγράμματος και εφαρμογή τα
αμέσως επόμενα τρίμηνα και τέλος μακροπρόθεσμα, με ρήτρα αυτόματης απομείωσης του
χρέους, αν για οποιονδήποτε εξωγενή λόγο αυτό τεθεί ξανά μη βιώσιμο. Επισημαίνω εδώ τη
λέξη «εξωγενή», διότι προφανώς εάν η ευθύνη επιδείνωσης του δημόσιου χρέους είναι
ενδογενής, είναι δική μας, οι άλλοι δεν έχουν καμία ευθύνη.
2
Τρίτον, περιγράφονται, αλλά δεν παραμετροποιούνται ακόμη, τα μέτρα απομείωσης
του χρέους. Πιο συγκεκριμένα, το κύριο βραχυχρόνιο μέτρο απομείωσης του χρέους - το
περιγράφει αρκετά αναλυτικά η απόφαση του Eurogroup, είμαι βέβαιος ότι είστε όλοι
εξοικειωμένοι, άρα δεν θα μπω στις λεπτομέρειες- είναι η μείωση του κινδύνου αύξησης των
επιτοκίων δανεισμού, όταν η οικονομία ολοκληρώσει το πρόγραμμα και βγει στις αγορές το
καλοκαίρι του 2018. Το κύριο μεσοπρόθεσμο μέτρο, όχι το μόνο, υπάρχουν άλλα τρία, αλλά
το κύριο μεσοπρόθεσμο μέτρο είναι η αναδιάρθρωση με όρους παρούσης αξίας του μεγάλου
χρέους του EFSF, του τμήματος που δεν έχει ακόμη αποπληρωθεί και είναι μεγάλο -σε αυτό
έκανε άλλωστε αναφορά και ο Ντάισελμπλουμ πριν από δύο ημέρες- και εν τέλει
μακροχρόνια η αναφορά της απόφασης του Eurogroup γίνεται σε έναν αυτόματο μηχανισμό
διόρθωσης του χρέους, σε περίπτωση εξωγενών κλονισμών.
Εδώ θα ήθελα να κάνω αναφορά στον κανόνα βιωσιμότητας που ορίζει για τη δική
μας περίπτωση, για την Ελλάδα, η απόφαση του Eurogroup. Μεσοπρόθεσμα, δική μου
εκτίμηση είναι ότι ο ορισμός του μεσοπρόθεσμου αφορά σε χρονική περίοδο περίπου 15 -20
ετών μετά το τέλος του προγράμματος, ο κανόνας βιωσιμότητας με όρους ετήσιου κόστους
εξυπηρέτησης είναι 15% του ΑΕΠ. Ο ορισμός του ΔΝΤ για τις ανεπτυγμένες οικονομίες είναι
το 20 %. Από τα μέσα του 2030 και μετά το όριο προσαρμόζεται ακριβώς στο ύψος που
τίθεται και για τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες, δηλαδή στο 20%. Το 15%, λοιπόν, αποτελεί
εξαίρεση από το καθεστώς που ισχύει για όλες τις άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες.
ΜΑΚΗΣ ΜΠΑΛΑΟΥΡΑΣ (Πρόεδρος της Επιτροπής): Να μας πείτε και τι
συμπεριλαμβάνει το 15 % γιατί γίνεται μια συζήτηση.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ (Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών): Περιλαμβάνει
το σύνολο του χρέους βραχυχρόνιου και μακροχρόνιου. Το σύνολο του χρέους.
ΜΑΚΗΣ ΜΠΑΛΑΟΥΡΑΣ (Πρόεδρος της Επιτροπής): Άρα και τα έντοκα;
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ (Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών): Και τα έντοκα
γραμμάτια, ακριβώς.
Εδώ θα ήθελα να συγκρίνω το όριο του 15% με το αντίστοιχο ετήσιο κόστος
εξυπηρέτησης άλλων ευρωπαϊκών χωρών, για τα έτη 2016 και 2017.
3
Για το Βέλγιο που έχει, επίσης, υψηλό απόθεμα χρέους ως ποσοστό του Α.Ε.Π., το
2016 το κόστος εξυπηρέτησης είναι 17,9% και για το 2017 17,9%. Για την Ιταλία το 2016
ήταν 18,7% και το 2017 20%.
Για την Πορτογαλία το 2016 είναι 18,4% και το 2017, 15,2%. Για την Ισπανία το 2016
είναι 18,1% και το 2017, 17,2%. Τα στοιχεία είναι από την τελευταία έκδοση του Fiscal
Monitor του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Το 15%, λοιπόν, αποτελεί επαναλαμβάνω εξαίρεση από το τι ισχύει ως όριο
βιωσιμότητας στις άλλες αναπτυγμένες οικονομίες. Αναφέρομαι πάντα στον ορισμό του
Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Είναι δύσκολο να υποτιμήσει κανείς την σημασία της παραμετροποίησης και
εφαρμογής των μέτρων απομείωσης του δημόσιου χρέους για την ελληνική οικονομία. Θα
αναφερθώ πολύ συνοπτικά, γιατί είμαι πάλι βέβαιος ότι όλα αυτά είναι γνωστά. Πρώτα απ
όλα, θα αποκαταστήσει, θα έλεγα σε ικανό βαθμό, την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών στη
δυνατότητα της χώρας να εξυπηρετεί το χρέος της με συνέπεια, προφανώς, τη σταδιακή
αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού των επιτοκίων.
Για τον λόγο αυτό θα μειώσει σημαντικά το κόστος δανεισμού των ελληνικών
επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα συνολικά, και των τραπεζών αλλά και επιχειρήσεων που
εκδίδουν ομολογιακά δάνεια, και θα επιτρέψει άμεσα, και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την
επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να εντάξει τη
χώρα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, αυτό που θεωρούμε όλοι, όχι μόνο εμείς ως
κυβέρνηση, αλλά και οι επενδυτές, ως ένα κρίσιμο προθάλαμο για την σταδιακή έξοδο της
χώρας στις διεθνείς αγορές πριν ή με το τέλος του προγράμματος.
Όλα όσα είπα μέχρι τώρα είναι λίγο-πολύ γνωστά. Δεν είπα κάτι καινούργιο.
Ουσιαστικά περιέγραψα τι περιλαμβάνει η απόφαση του Eurogroup. Η απομείωση όμως του
δημοσίου χρέους και οι προϋποθέσεις βιωσιμότητάς του πρέπει να είναι απολύτως συμβατές
με θετικούς αλλά ρεαλιστικούς στόχους πρωτογενών πλεονασμάτων. Νομίζω ότι στο σημείο
αυτό η ιστορική βιβλιογραφία, η διεθνής βιβλιογραφία, είναι απολύτως σαφής. Είναι πολύ
λίγες οι χώρες που κατάφεραν να διατηρήσουν πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5%
ή υψηλότερα για περισσότερα από τρία χρόνια και ελάχιστες οι χώρες που κατάφεραν να τα
διατηρήσουν στο επίπεδο αυτό για πέντε χρόνια ή περισσότερα. Και όταν έγινε, έγινε κάτω
4
από πολύ ιδιαίτερες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, οπωσδήποτε όχι, όταν μια οικονομία
βγαίνει από μία μεγάλη ύφεση με ανεργία στα επίπεδα που γνώρισε η ελληνική οικονομία τα
τελευταία χρόνια.
Για να γίνω απολύτως σαφής, δεν ισχυρίζομαι ότι δεν είναι εφικτό να υλοποιήσουμε το
στόχο του 3,5% των πρωτογενών πλεονασμάτων το 2018. Το αντίθετο. Είμαι βέβαιος ότι με
τη δέσμη μέτρων που έχει ήδη νομοθετηθεί ο στόχος του 1,75% το 2017 και ο στόχος του
3,5% το 2018 θα υλοποιηθεί υπό την προϋπόθεση ότι οι ρυθμοί μεγέθυνσης της οικονομίας
θα είναι αυτοί που προβλέπονται.
Αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι έχει πολύ μεγάλους κινδύνους να επιδιώκει κανείς τη
διατήρηση τέτοιων πλεονασμάτων σε μέσο χρόνο, για περισσότερο από ένα χρόνο.
Το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων μαζί με τον Οργανισμό Διαχείρισης
Δημοσίου Χρέους, τον Ο.Δ.Δ.Η.Χ., έχει προχωρήσει σε μια σειρά σεναρίων ανάλυσης
βιωσιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους. Και θα ήθελα να παρουσιάσω εδώ, πολύ
συνοπτικά, μερικά από αυτά τα σενάρια. Θα μου επιτρέψετε να αποφύγουμε την ρητή
αναφορά στις παραμέτρους που υποστηρίζουν τα σενάρια αυτά αυτή τη στιγμή, αλλά νομίζω
ότι είναι μια συζήτηση που πρέπει να γίνει πολύ γρήγορα δημόσια. Για την ώρα διατηρούμε
το δικαίωμα να κρατήσουμε τις κύριες παραμέτρους πίσω από τα σενάρια αυτά μυστικές.
Στην οθόνη βλέπετε το βασικό σενάριο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας
(ΕΜΣ). Έχουμε κάνει ουσιαστικά μια αναπαραγωγή των υποθέσεων και κατά συνέπεια των
αποτελεσμάτων του ΕΜΣ. Αριστερά στο πάνελ είναι το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ
και δεξιά είναι οι Ακαθάριστες Ανάγκες Εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, πάλι ως
ποσοστό του ΑΕΠ. Και από τα δύο διαγράμματα είναι φανερό ότι, ως έχουν τα πράγματα
σήμερα, το χρέος δεν είναι βιώσιμο.
Επαναλαμβάνω ότι το αποτέλεσμα αυτό στηρίζεται σε μια σειρά υποθέσεων, τις
υποθέσεις που κάνει o ΕΜΣ. Από το 2035 και μετά, το χρέος σταθεροποιείται σε υψηλά
επίπεδα, σταθεροποιείται και παραμένει σε επίπεδα άνω του 100%. Ουσιαστικά, εδώ ο ΕΜΣ
κάνει την υπόθεση ότι το μεσοσταθμικό επιτόκιο του ελληνικού χρέους είναι της τάξης του
1,8%-2%, συμβατό δηλαδή με έναν ονομαστικό ρυθμό μεγέθυνσης της τάξης του 3,3% και με
πρωτογενή πλεονάσματα 1,5% από τα μέσα της δεκαετίας 2030 και μετά. Βλέπουμε, λοιπόν,
το χρέος να σταθεροποιείται, αλλά να μην μειώνεται περαιτέρω. Το ίδιο βλέπουμε και στο δεξί
5
πάνελ της οθόνης, στο διάγραμμα των Ακαθάριστων Χρηματοδοτικών Αναγκών ως ποσοστό
του ΑΕΠ. Το όριο του 15% το ξεπερνά η ελληνική οικονομία αρκετά νωρίς, δηλαδή στις αρχές
της δεκαετίας 2030 και το όριο του 20% στις αρχές της δεκαετίας 2040. Άρα, καθαρά μη
βιώσιμο χρέος με τα σημερινά δεδομένα και πάντα με τις υποθέσεις που κάνει ο ΕΜΣ για τον
ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας, το κόστος αναχρηματοδότησης και των πρωτογενών
πλεονασμάτων.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Κύριε Υπουργέ αυτό είναι χωρίς παρεμβάσεις, σωστά;
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ (Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών): Αυτό ακριβώς
είναι το βασικό σενάριο.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Χωρίς παρεμβάσεις.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ (Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών): Είναι το κύριο
σενάριο του ΕΜΣ χωρίς καμία παρέμβαση ελάφρυνσης.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Χωρίς καμία παρέμβαση μέχρι το 2040 είναι κάτω από 15%.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ (Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών): Παραμένει μέχρι
το έτος 2040 κάτω από το 20%. Κάτω από το 15% μέχρι το έτος 2030. Με τα πρωτογενή
πλεονάσματα που υποθέτει ο ΕΜΣ, δηλαδή 3,5% όχι μόνο το 2018, αλλά και για μια δεκαετία
μετά το ‘18.
Στη δεύτερη διαφάνεια βλέπετε ακριβώς το ίδιο σετ υποθέσεων -το σετ υποθέσεων του
ΕΜΣ- με αντικατάσταση μιας μόνον υπόθεσης. Υποθέτουμε τώρα πως τα πρωτογενή
πλεονάσματα με την ολοκλήρωση του προγράμματος και από το έτος 2019 μειώνονται κατά
1% -είναι μόνον ένα σενάριο- και σταδιακά αποκλιμακώνονται στο επίπεδο του 2% από τα
μέσα της δεκαετίας 2020 και μετά. Προφανώς η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων
οδηγεί σε επιδείνωση του δημοσίου χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ. Έτσι, όχι μόνον δεν
σταθεροποιείται στο επίπεδο του 100%, αλλά σταδιακά επιδεινώνεται και μέχρι το έτος 2060
κινείται στα επίπεδα του 160%. Το ίδιο ισχύει και για τις Ακαθάριστες Χρηματοδοτικές
Ανάγκες. Χωρίς καμία, λοιπόν, παρέμβαση χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, όπως
θέλουμε να έχουμε, όπως πρέπει να έχουμε μετά το έτος 2019, οδηγούν σε δραματική
επιδείνωση ενός ήδη μη βιώσιμου χρέους.
6
Βλέπετε, λοιπόν, στο δεξί πάνελ ότι το ποσοστό του 15% το ξεπερνά πια -μιλάω πάντα
για τις Ακαθάριστες Ανάγκες Εξυπηρέτησης- από το έτος 2025 και μετά, ενώ το ποσοστό του
20% το ξεπερνά από το έτος 2030 και μετά. Καθαρά μη βιώσιμο χρέος.
Αυτό που θα κάνουμε στις επόμενες δυο διαφάνειες είναι να ενσωματώσουμε σταδιακά
δύο από τα μέτρα που προβλέπονται ήδη στην απόφαση του Eurogroup της 25ης Μαΐου.
7
Δεν θα προχωρήσω σε ποσοτικοποίηση. Θα πω μόνο ότι η ποσοτικοποίηση που
έχουμε υιοθετήσει είναι μετριοπαθής. Μια μετριοπαθής ποσοτικοποίηση, λοιπόν, του μέτρου
μείωσης του κινδύνου των επιτοκίων μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος οδηγεί σε μια
σημαντική βελτίωση της πορείας του χρέους. Παρόλα αυτά, το χρέος παραμένει μη βιώσιμο,
ενώ μειώνεται το απόθεμα χρέους ως προς το ΑΕΠ σταδιακά σε χρονικό ορίζοντα 40 ετών.
Παραμένει όμως πάνω από το 100% και αντίστοιχα οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες
ξεπερνούν το 15% σχετικά νωρίς, γύρω στο 2030 και το 20% στα μέσα της δεκαετίας 2030.
Η υιοθέτηση ενός δεύτερου μεσοπρόθεσμου μέτρου, του μέτρου της χρονικής
επέκτασης των δανείων του EFSF -θα μου επιτρέψετε πάλι να μην αποκαλύψω τώρα την
ποσοτικοποίηση που κάναμε, επαναλαμβάνω όμως ότι πρόκειται για μετριοπαθή
ποσοτικοποίηση, λελογισμένη ποσοτικοποίηση- καθιστά το χρέος βιώσιμο. Τόσο το απόθεμα
του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνεται σταθερά και σημαντικά κάτω από το 100% και
σε ορίζοντα 40 χρόνων πλησιάζει το 80% του ΑΕΠ, όσο και οι ακαθάριστες ανάγκες
εξυπηρέτησης παραμένουν κάτω από το 15% μέχρι τα μέσα του 2030 και κάτω από το 20%
για το υπόλοιπο διάστημα. Το χρέος πια είναι βιώσιμο.
Τα υπόλοιπα μέτρα ποσοτικοποίησης, που προβλέπει η απόφαση του Eurogroup θα
προσέθεταν στην ελάφρυνση του χρέους σχετικά λίγο. Αυτά είναι τα δύο βασικά μέτρα που
θα μπορούσαν να καταστήσουν το χρέος βιώσιμο.
Βλέπουμε, λοιπόν, δύο πράγματα. Πρώτον, ότι η παραμετροποίηση των δύο κύριων
μέτρων που, ήδη, προβλέπεται στην απόφαση του Eurogroup, χωρίς, δηλαδή, να
προϋποθέτει κανείς κάτι περισσότερο από αυτό που έχει, ήδη, συμφωνηθεί και έχουν, ήδη,
δεσμευτεί τα κράτη μέλη να υλοποιήσουν άμεσα και στο τέλος του προγράμματος, είναι
συμβατά με χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα. Για να το πω αντιστρόφως, μπορούμε να
μειώσουμε τα πρωτογενή πλεονάσματα σε χαμηλά και ρεαλιστικά επίπεδα χωρίς να κάνουμε
κάτι περισσότερο από αυτό που, ήδη, έχουν δεσμευτεί να υλοποιήσουν τα κράτη μέλη που
συμμετέχουν στο Eurogroup.
Δεύτερον, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία ακόμα και αν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα δεν
υλοποιηθούν τώρα, αλλά στο τέλος του προγράμματος, όπως προβλέπεται στη συμφωνία
του Eurogroup, η παραμετροποίηση των μεσοπρόθεσμων μέτρων να γίνει τώρα. Πρόταση
8
δική μας είναι, όχι μόνο για τους λόγους που είπα νωρίτερα, όχι μόνο για να ενταχθεί η χώρα
στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, αλλά και για να δώσουμε από τώρα το σήμα τόσο
στις αγορές, όσο και στην ιδιωτική οικονομία ότι σε χρονικό ορίζοντα 2 ετών, το 2019 θα
υπάρχει ο κατάλληλος δημοσιονομικός χώρος για να μειωθούν οι φορολογικοί συντελεστές
των επιχειρήσεων και αντίστοιχα, οι συντελεστές κοινωνικής ασφάλισης.
Να υπάρχει μια αξιόπιστη δέσμευση από τώρα ότι τα οφέλη που προκύπτουν,
επαναλαμβάνω από μία μείωση πρωτογενών πλεονασμάτων συμβατή με την απόφαση του
Eurogroup, θα οδηγήσουν σε τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας και θα ενισχύσουν τον
ενάρετο κύκλο για την ελληνική οικονομία που προφανώς είναι προς όφελος όχι μόνο της
Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης.
Τέλος, θα ήθελα να τονίσω κάτι, το οποίο πολλές φορές σε μια συζήτηση για το χρέος
παραγνωρίζεται. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η απομείωση του δημόσιου χρέους
αποτελεί ένα κρίσιμο κρίκο στην πορεία εξόδου της χώρας από την κρίση. Δεν υπάρχει καμία
αμφιβολία για αυτό. Θα ήθελα, όμως, να είμαι αρκετά προσεκτικός. Η απομείωση του
δημόσιου χρέους δεν αποτελεί πανάκεια. Οι τέσσερις παράγοντες που προσδιορίζουν τη
βιωσιμότητα του χρέους είναι: οι ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές, σε
πραγματικούς όρους αν θέλετε, το ύψος των ονομαστικών επιτοκίων, με τα οποία δανείζεται η
χώρα στις διεθνείς αγορές, ο πληθωρισμός και προφανώς το ύψος των πρωτογενών
πλεονασμάτων.
9
Δυο από αυτούς τους παράγοντες είναι εξωγενείς. Ακόμα και αν συμφωνήσουμε ότι το
ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων θα μειωθεί, όπως πρέπει να μειωθεί, και ακόμα και αν
δεχθούμε ότι ο πληθωρισμός μακροχρόνια θα είναι στο επίπεδο των στόχων που θέτει η
Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δηλαδή στο 2%, οι άλλες δύο μεταβλητές που προσδιορίζουν
τη βιωσιμότητα του χρέους, ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας και τα επιτόκια δανεισμού
είναι ενδογενείς μεταβλητές.
Ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας μακροχρόνια εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από
τον τρόπο που θα αντιμετωπίσουμε τις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας. Δηλαδή, τις
δομικές αδυναμίες που οδήγησαν την ελληνική οικονομία και το δημόσιο χρέος εδώ που το
έφεραν το 2010. Θα αναφερθώ σε ένα παράδειγμα, την πολύ μικρή φορολογική βάση. Το
γεγονός ότι η ελληνική οικονομία έχει ιστορικά πολύ μικρή φορολογική βάση, υποχρεώνει
κυβερνήσεις διαδοχικά -και δεν μιλάω μόνο για τις προηγούμενες, γιατί και εμείς
υποχρεωθήκαμε να το κάνουμε τον προηγούμενο χρόνο- σε μια αύξηση των φορολογικών
συντελεστών που επιβαρύνει συνεπείς και ειλικρινείς φορολογούμενους.
Η αύξηση των φορολογικών συντελεστών είναι τροχοπέδη για την μακροχρόνια
ανάπτυξη. Η αντιμετώπιση λοιπόν της παθογένειας της στενής φορολογικής βάσης είναι η
προϋπόθεση για υγιείς μακροχρόνιους ρυθμούς μεγέθυνσης. Αυτή είναι η δική μας δουλειά.
Δεύτερον, τα επιτόκια δανεισμού. Τα επιτόκια δανεισμού επηρεάζονται από πολλούς
παράγοντες, οι περισσότεροι από αυτούς είναι εξωγενείς. Η διεθνής ρευστότητα, η διεθνής
οικονομική αβεβαιότητα, οι διεθνείς κλονισμοί. Επηρεάζεται όμως σε μεγάλο βαθμό και από
την αξιοπιστία της δημοσιονομικής πολιτικής. Επηρεάζεται από την ικανότητα της χώρας να
διατηρεί μεσο-μακροπρόθεσμα, αυτό που ορίσαμε προηγουμένως ως χαμηλά αλλά θετικά
δημοσιονομικά ισοζύγια.
Θέλω να είμαι ξεκάθαρος. Όταν η οικονομία μπαίνει σε ύφεση οι οικονομικές αρχές
πρέπει να έχουν την ευελιξία και την ευχέρεια να εφαρμόζουν επεκτατική δημοσιονομική
πολιτική. Άρα, να αποδέχονται λελογισμένα ελλείμματα. Μακροχρόνια όμως, ο λόγος που
κλονίστηκε η αξιοπιστία της δημοσιονομικής πολιτικής, είναι ακριβώς γιατί οι δύο
προηγούμενες κυβερνήσεις παρήγαγαν ελλείμματα ανεξάρτητα από το αν η οικονομία ήταν
σε ύφεση ή σε ανάκαμψη. Τα κίνητρα είναι γνωστά, οι πελατειακές σχέσεις.
10
Αυτή η μεροληψία υπέρ της παραγωγής ελλειμμάτων, πρέπει να φύγει και η
αποκατάσταση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας πρέπει να ολοκληρωθεί και γι’ αυτό
δουλεύουμε. Αυτό θα οδηγήσει σε μακροχρόνια χαμηλά επιτόκια δανεισμού.
Άρα, κρίσιμη η αναδιάρθρωση του χρέους και πρέπει να γίνει. Πρέπει να επιδιώκουμε
την παραμετροποίηση της, για τους λόγους που εξήγησα πριν, για να πειστούν οι αγορές ότι
το χρέος είναι βιώσιμο και για να ενταχθεί η χώρα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
Αλλά πρέπει ταυτόχρονα, η μάχη απέναντι στις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας και η
αποκατάσταση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας να συνεχιστεί. Ευχαριστώ.