Επιστροφή

Τι έγινε – Παρέμβαση του Γιάνη Βαρουφάκη στη συνεδρίαση του Eurogroup της 27ης Ιουνίου 2015

Η Συνέλευση του Eurogroup της 27 Ιουνίου 2015, δεν θα μείνει στην ιστορία της Ευρώπης ως μια περήφανη στιγμή. Οι υπουργοί απέρριψαν το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για χορήγηση στην Ελλάδα μιας εβδομάδας παράταση χρόνου, ώστε οι Έλληνες να αποφασίσουν για ένα ναι ή ένα όχι ως απάντηση στις προτάσεις των θεσμών - προτάσεις ζωτικής σημασίας για το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Η ίδια η ιδέα ότι μια κυβέρνηση θα διαβουλευθεί με τους ανθρώπους της πάνω σε μια προβληματική πρόταση που της υπέβαλαν οι θεσμοί αντιμετωπίστηκε με έλλειψη κατανόησης καθώς και με μια κριτική που έφτανε στα όρια της περιφρόνησης.

Επιπλέον ρωτήθηκα: «Πώς περιμένετε ο μέσος άνθρωπος να κατανοήσει τόσο πολύπλοκα θέματα;». Πράγματι, η δημοκρατία δεν είχε μια καλή μέρα κατά τη χθεσινή συνεδρίαση του Eurogroup! Ούτε  και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Μετά την απόρριψη του αιτήματός μας, ο Πρόεδρος της Ευρωομάδας έσπασε τη παράδοση της ομοφωνίας (εκδίδοντας μια δήλωση χωρίς τη συγκατάθεσή μου) και μάλιστα πήρε την αμφιλεγόμενη απόφαση να συγκαλέσει συνέχεια της συνάντησης χωρίς τη συμμετοχή του Έλληνα υπουργού, δήθεν για να συζητήσουν τα «επόμενα βήματα».

Μπορεί λοιπόν η δημοκρατία και η νομισματική ένωση να συνυπάρξουν; Ή μήπως πρέπει κάποιο από τα δύο να παραγκωνιστεί; Αυτό είναι το καίριο ερώτημα στο οποίο το Eurogroup αποφάσισε να απαντήσει με τον παραγκωνισμό της δημοκρατίας.  Μέχρι στιγμής, ακόμα ελπίζει κανείς.

Παρέμβαση του Γιάνη Βαρουφάκη στη συνάντηση του Eurogroup της 27ης Ιουνίου 2015.

Συνάδελφοι,

Κατά την τελευταία μας συνάντηση (25 Ιουνίου) οι θεσμοί παρουσίασαν  την τελική τους πρόταση στις Ελληνικές Αρχές, σε απάντηση της δικής μας πρότασης για Συμφωνία που παρουσιάστηκε στις 22 Ιουνίου (και υπογράφηκε από τον Πρωθυπουργό Αλ. Τσίπρα). Μετά από ενδελεχή εξέταση η Κυβέρνησή μας αποφάσισε ότι, δυστυχώς, η πρόταση των θεσμών δεν μπορούσε να γίνει δεκτή.

Εν όψει της καταληκτικής ημερομηνίας της 30ης Ιουνίου που είναι εξαιρετικά κοντά και κατά την οποία λήγει το τρέχον πρόγραμμα,  το αδιέξοδο που προκαλεί σε όλους μας βαθιά ανησυχία, πρέπει να εξεταστεί εις βάθος.
Απορρίψαμε την πρόταση των θεσμών της 25ης Ιουνίου για μια σειρά σοβαρών λόγων.

Ο πρώτος λόγος είναι ο συνδυασμός λιτότητας και κοινωνικής αδικίας, που θα έπεφτε πάνω σε ένα λαό που υποφέρει από την … λιτότητα και την κοινωνική αδικία.
Ακόμα και η δική μας πρόταση (της 22ας Ιουνίου) ήταν πρόταση λιτότητας, σε μια προσπάθεια  να καλύψουμε την διαφορά μας με τους θεσμούς και να έρθουμε πιο κοντά σε συμφωνία.

Μόνο που δική μας πρόταση προσπάθησε να μετατοπίσει το βάρος αυτής της ανανεωμένης επίθεσης λιτότητας σε όσους περισσότερους μπορούν να το αντέξουν οικονομικά - π.χ. με την επικέντρωση στην αύξηση των εργοδοτικών εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία, αντί για τη μείωση των χαμηλότερων συντάξεων. Παρόλα αυτά, ακόμη και η δική μας πρόταση περιέχει πολλά σημεία που η ελληνική κοινωνία απορρίπτει.

Έτσι, αφού μας έσπρωξε σκληρά στο να δεχτούμε μια σημαντική νέα λιτότητα, με τη μορφή των παράλογα μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων (3,5 % του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, που βέβαια είναι κάπως χαμηλότερα από ό, τι το απαράδεκτο νούμερο που συμφωνήθηκε από τις προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις - δηλαδή 4,5 %), καταλήξαμε να  χρειάζεται να κάνουμε υφεσιακούς συμβιβασμούς μεταξύ, αφενός, υψηλότερων φόρων / τελών σε μια οικονομία όπου εκείνοι που πληρώνουν,  πληρώνουν πολλά  και, αφετέρου, μειώσεις στις συντάξεις / επιδόματα σε μια κοινωνία που έχει ήδη καταστραφεί από μαζικές περικοπές στο βασικό τους εισόδημα για τη στήριξη των απόρων.

Επιτρέψτε μου να πω συναδέλφοι ότι είχαμε ήδη αναφέρει στους θεσμούς την 22α Ιουνίου καθώς καταθέταμε τις δικές μας προτάσεις: Ακόμα και αυτή η συμφωνία που προτείναμε, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να περάσει από τη Βουλή, με δεδομένο το επίπεδο των υφεσιακών  μέτρων και λιτότητας που συνεπάγεται.

Δυστυχώς, η απάντηση των θεσμών ήταν να επιμείνει σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση γνωστή και ως παραμετρικά μέτρα (π.χ. αύξηση του ΦΠΑ σε ξενοδοχεία από 6 % στο 23 % !) και ακόμα χειρότερα, στην μετατόπιση του βάρους μαζικά από τις επιχειρήσεις προς τα πιο αδύναμα μέλη της κοινωνίας (π.χ. με τη μείωση των χαμηλότερων συντάξεων, την εξάλειψη της υποστήριξης για τους αγρότες, την αναβολή επ’ αόριστον της νομοθεσίας που θα πρόσφερε κάποια προστασία στους εργαζόμενος\υς έναντι της άγριας εκμετάλλευσης).

Οι νέες προτάσεις των θεσμών, όπως εκφράστηκαν στο έγγραφό της 25ης Ιούνη Συμφωνία/ Προαπαιτούμενα, θα έκανε ένα ήδη  προβληματικό πολιτικά πακέτο - από τη σκοπιά του Κοινοβουλίου μας - ένα πακέτο που θα ήταν ξαιρετικά δύσκολο να περάσει από κοινοβουλευτική ψηφοφορία. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η κατάσταση χειροτερεύει κατά πολύ αν ρίξουμε και μια ματιά στο προτεινόμενο πακέτο χρηματοδότησης.

Αυτό που καθιστά αδύνατο το να περάσει η πρόταση των θεσμών στο Κοινοβούλιο είναι η έλλειψη μιας απάντησης στο ερώτημα: Μήπως τα επώδυνα μέτρα τουλάχιστον  μας δίνουν μια περίοδο ηρεμίας, κατά την οποία μπορούμε να υλοποιήσουμε τις συμφωνηθείσες μεταρρυθμίσεις και μέτρα?

Θα μπορούσε ένα σοκ αισιοδοξίας να αμβλύνει  το υφεσιακό αποτέλεσμα της περαιτέρω δημοσιονομικής προσαρμογής που θα επιβαλλόταν στην χώρα μας, μια χώρα που βρίσκεται σε ύφεση για 21 συνεχόμενα τρίμηνα; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Όχι, η πρόταση των θεσμών δεν προσφέρει καμία τέτοια προοπτική.

Πρώτον, δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του κράτους, που προκλήθηκαν από πέντε μήνες πληρωμών δόσεων  χωρίς εκταμιεύσεις καθώς και από τη μείωση των φορολογικών εσόδων ως αποτέλεσμα της συνεχούς απειλής του Grexit που πλανάται συνεχώς στο αέρα.

Δεύτερον, η ιδέα του κανιβαλισμού του ΤΧΣ, προκειμένου να αποπληρώσει τα ομόλογα SMP της ΕΚΤ συνιστά σαφή και υπαρκτό κίνδυνο: Τα χρήματα προορίζονταν, και σωστά, για την ενίσχυση των εύθραυστων τραπεζών στην Ελλάδα, πιθανώς μέσω μιας προσπάθειας αντιμετώπισης των διογκούμενων μη εξυπηρετούμενων δανείων τους που κατατρώνε στην κεφαλαιοποίησή τους.

Η απάντηση που μου δόθηκε από ανώτερο στέλεχος της ΕΚΤ, τον οποίο δεν μπορώ να κατονομάσω, είναι ότι, αν χρειαστεί, το ΤΧΣ θα αναπληρωθεί για να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες κεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Και ποιος θα κάνει την αναπλήρωση? Ο ΕΜΣ (ESM), είναι η απάντης που μου δόθηκε.. Όμως, και αυτό είναι ένα τεράστιο όμως, αυτό δεν είναι μέρος της προτεινόμενης συμφωνίας αφενός και αφετέρου δεν θα μπορούσε να είναι μέρος της συμφωνίας διότι οι θεσμοί δεν έχουν την αρμοδιότητα να δεσμεύουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τον ΕΜΣ, όπως είμαι σίγουρος ότι θα μας υπενθυμίσει ο Βόλφγκανκ (Σοϊμπλε). Και επιπλέον, αν μια τέτοια συμφωνία μπορούσε να γίνει, τότε γιατί η πρότασή μας για ένα νέο μηχανισμό μέσα από τον ΕΜΣ για την Ελλάδα, που θα βοηθούσε την μετατόπιση των ομολόγων SMP από την ΕΚΤ στον ΕΜΣ δεν συζητείται??? Η απάντηση: «δεν θα το συζητήσουμε γιατί δεν θα το συζητήσουμε», θα είναι πολύ δύσκολο να την μεταφέρω στο Κοινοβούλιό μου, τη στιγμή που συνοδεύεται και από ένα ακόμα πακέτο λιτότητας.

Τρίτον, το χρονοδιάγραμμα των εκταμιεύσεων που προτείνεται είναι ένα ναρκοπέδιο από αξιολογήσεις – μια κάθε μήνα - που θα προκαλούσαν δύο πράγματα. Πρώτον, ότι η ελληνική κυβέρνηση θα κατατρώγεται κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα κατά τη διαδικασία αναθεώρησης για πέντε ολόκληρα μήνες. Και πριν λήξουν αυτοί οι πέντε μήνες, που θε ξεκινούσαμε έναν άλλο κουραστικό γύρο διαπραγματεύσεων για το επόμενο πρόγραμμα - δεδομένου ότι δεν υπάρχει τίποτα στην πρόταση των θεσμών που θα μπορούσε να εμπνεύσει ακόμη και την παραμικρή ελπίδα του ότι στο τέλος αυτής της νέας επέκτασης η Ελλάδα θα μπορεί να σταθεί στα δικά της πόδια.

Τέταρτον, δεδομένου ότι είναι απολύτως σαφές ότι το χρέος μας θα παραμείνει μη βιώσιμο μέχρι το τέλος του έτους, και ότι η πρόσβαση στις αγορές θα παραμείνει και τότε άπιαστη, όπως είναι και τώρα, το ΔΝΤ δεν μπορεί να προχωρήσεις  στην εκταμίευση του μεριδίου του, τα 3.500.000.000 ευρώ, που οι θεσμοί υπολογίζουν ως μέρος του πακέτου χρηματοδότησης.

Αυτοί είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους η κυβέρνησή μας δεν θεωρεί ότι έχει την εντολή να αποδεχθεί την πρόταση των θεσμών οργάνων ή να χρησιμοποιήσει την πλειοψηφία της στο Κοινοβούλιο προκειμένου να την προωθήσει και να την επιβάλει.

Την ίδια στιγμή, δεν έχουμε εντολή να απορρίψουμε τις προτάσεις των θεσμών είτε, αναγνωρίζοντας την κρισιμότητα των στιγμών της ιστορίας τις οποίες βιώνουμε. Το κόμμα μας έλαβε 36% των ψήφων και η κυβέρνηση στο σύνολό φτάνει λίγο περισσότερο από 40%. Έχοντας πλήρη επίγνωση του πόσο σοβαρή είναι η απόφασή μας, αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να βάλουμε την πρόταση των θεσμών στην κρίση των Ελλήνων.
Θα προσπαθήσουμε να αποσαφηνίσουμε πλήρως τι σημαίνει το Ναι στην πρόταση των θεσμών, όπως και τι σημαίνει το ΟΧΙ, και στη συνέχεια θα αφήσουμε τους Έλληνες  να αποφασίσουν. Από την πλευρά μας θα αποδεχθούμε την ετυμηγορία του λαού και θα κάνουμε ό, τι χρειάζεται για να το εφαρμόσουμε – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Ορισμένοι ανησυχούν ότι ένα ΝΑΙ, θα είναι μια ψήφος αμφισβήτησης στην κυβέρνησή μας (τη στιγμή που συστήνουμε την ψήφιση του ΟΧΙ), οπότε δεν θα μπορούμε να υποσχεθούμε στο Eurogroup ότι θα είμαστε σε θέση να υπογράψουμε και να εφαρμόσουμε τη συμφωνία με τους θεσμούς.  Δεν είναι έτσι. Είμαστε δεσμευμένοι δημοκράτες. Αν οι Έλληνες μας δώσουν μια σαφή εντολή για να υπογράψουμε την πρόταση των θεσμών, θα κάνουμε ό, τι χρειάζεται για να το επιτύχουμε - έστω και αν αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να ανασχηματιστεί.

Συνάδελφοι, η λύση του δημοψηφίσματος είναι βέλτιστη για όλους, με δεδομένους τους περιορισμούς που αντιμετωπίζουμε.

- Αν η κυβέρνησή μας δεχόταν την πρόταση των θεσμών σήμερα, με την υπόσχεση να την περάσει από το Κοινοβούλιο αύριο, το Κοινοβούλιο δεν θα τη δεχόταν με αποτέλεσμα την κήρυξη νέων εκλογών μέσα σε έναν πολύ μακρύ μήνα – κι έτσι, λόγω της καθυστέρησης και της αβεβαιότητας, η προοπτική μιας επιτυχούς κατάληξης θα γινόταν πολύ μικρότερη.

- Ακόμα όμως κι αν καταφέρναμε να περάσουμε την πρόταση των θεσμών από το Κοινοβούλιο, θα αντιμετωπίζαμε μείζον πρόβλημα κυριαρχίας και υλοποίησης. Πιο απλά, όπως στο παρελθόν οι κυβερνήσεις που προωθούσαν πολιτικές που υπαγορεύονταν από τους θεσμούς δεν μπορούσαν να πάρουν τον λαό με το μέρος τους, το ίδιο θα συνέβαινε και με εμάς.

Σχετικά με την ερώτηση που θα τεθεί στον Ελληνικό λαό, πολλά έχουν ειπωθεί για το ποια θα έπρεπε να είναι. Πολλοί από εσάς μας λέτε, μας συμβουλεύετε, ή ακόμα και μας δίνετε εντολή να την θέσουμε ως μια Ναι / Όχι ερώτηση για το ευρώ. Επιτρέψτε μου να είμαι σαφής σε αυτό. Πρώτα από όλα, η ερώτηση διαμορφώθηκε από το υπουργικό συμβούλιο και μόλις πέρασε από το Κοινοβούλιο – και είναι «Δέχεστε την πρόταση των θεσμών έτσι όπως παρουσιάστηκε σε μας στο Eurogroup της 25ης Ιουνίου;». Αυτή είναι η μόνη σχετική ερώτηση. Εάν είχαμε αποδεχτεί αυτή την πρόταση δύο μέρες πριν, θα είχαμε συμφωνία. Η ελληνική κυβέρνηση τώρα ρωτάει τους ψηφοφόρους να απαντήσουν την ερώτηση που μου έθεσες εσύ Γερούν – ειδικά όταν είπες, επί λέξει, «αν θέλετε μπορείτε να θεωρήσετε αυτή την πρόταση ως μια πρόταση όλα ή τίποτα (take it or leave it)». Λοιπόν, έτσι ακριβώς την θεωρήσαμε και τώρα τιμάμε τους θεσμούς και τον Ελληνικό λαό, καθώς ζητάμε από το λαό να δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση πάνω στην πρόταση των θεσμών. 

Για όσους ισχυρίζονται ότι, στην ουσία, αυτό είναι ένα δημοψήφισμα για το ευρώ, η απάντησή μου είναι: Έχετε κάθε δικαίωμα να το λέτε αυτό, αλλά δεν θα σχολιάσω. Αυτή είναι η δική σας κρίση, η δική σας γνώμη, η δική σας ερμηνεία. Όχι η δική μας! Υπάρχει μια λογική στην άποψή σας, αλλά μόνο εάν υπάρχει η υποβόσκουσα απειλή ότι ένα Όχι από τον Ελληνικό λαό στην πρόταση των θεσμών θα προκαλέσει κινήσεις για την έξοδο της Ελλάδας, παράνομα, από το ευρώ. Μια τέτοια απειλή δεν θα συμφωνούσε με τις βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής δημοκρατικής διακυβέρνησης και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

Σε όσους μας υπαγορεύουν να θέσουμε την ερώτηση του δημοψηφίσματος ως ένα δίλημμα μεταξύ ευρώ και δραχμής, η απάντησή μου είναι ξεκάθαρη: οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες έχουν προβλέψει για πιθανή έξοδο μιας χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν έχουν προβλέψει για έξοδο μια χώρας από την Ευρωζώνη. Και για έναν πολύ καλό λόγο, ασφαλώς, διότι το αδιαίρετο της Νομισματικής μας Ένωσης ειναι ένας από τους λόγους ύπαρξής της. Το να μας ζητάτε να θέσουμε την ερώτηση του δημοψηφίσματος ως μια επιλογή που θα περιέχει έξοδο από την Ευρωζώνη ισοδυναμεί με το να μας ζητάτε να παραβιάσουμε τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Προτείνω σε οποιονδήποτε που θέλει από εμάς, ή από οποιονδήποτε άλλον, να κάνει δημοψήφισμα για τη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή και Νομισματική Ένωση να προτείνει πρώτα αλλαγή των Συνθηκών.

Συνάδελφοι,
Είναι ώρα να κάνουμε απολογισμό. Ο λόγος που βρισκόμαστε στην παρούσα δύσκολη κατάσταση είναι ένας: Η αρχική πρόταση της κυβέρνησής μας σε εσάς και στους θεσμούς, την οποία σας εξέφρασα εδώ στο Eurogroup στην πρώτη μου παρέμβαση, δε λήφθηκε ποτέ σοβάρα υπόψη. Ήταν η πρόταση να δημιουργηθεί κοινό έδαφος μεταξύ του ισχύοντος μνημονίου και του προγράμματος της νέας τότε κυβέρνησής μας. Για μια φευγαλέα στιγμή, η ανακοίνωση του Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου ανέδειξε την προοπτική ενός τέτοιου κοινού εδάφος, καθώς δεν έκανε αναφορά στο μνημόνιο και εστίασε σε μια νέα λίστα μεταρρυθμίσεων που η κυβέρνησή μας θα έστελνε στους θεσμούς.

Δυστυχώς, αμέσως μετά την 20η Φεβρουαρίου οι θεσμοί και οι περισσότεροι από τους συναδέλφους σε αυτό το δωμάτιο έσπευσαν να βάλουν το μνημόνιο ξανά στο επίκεντρο και να μειώσουν τις δυνατότητες υλοποίησης μικρών αλλαγών εντός του μνημονίου. Είναι σα να μας είπαν, και για να παραφράσω και τον Χένρι Φορντ, οτι θα μπορούσαμε να έχουμε όποιες μεταρρυθμίσεις και όποια συμφωνία θέλαμε, εφόσον η συμφωνία αυτή θα ήταν το μνημόνιο. Το κοινό έδαφος, λοιπόν, θυσιάστηκε για χάρη της επιβολής μιας ταπεινωτικής υποχώρησης στην κυβέρνησή μας. Αυτή είναι η άποψή μου. Αλλά δεν είναι τόσο σημαντική αυτή τη στιγμή. Τώρα είναι στο χέρι του Ελληνικού λαού να αποφασίσει.

Το καθήκον μας στο σημερινό Eurogroup θα έπρεπε να είναι να προετοιμάσουμε το έδαφος για την ομαλή διεξαγωγή του δημοψηφίσματος στις 5 Ιουλίου. Αυτό σημαίνει ένα πράγμα: η δανειακή συμφωνία μας να παραταθεί για λίγες εβδομάδες ώστε το δημοψήφισμα να πραγματοποιηθεί σε συνθήκες νηφαλιότητας. Αμέσως μετά την 5η Ιουλίου, αν ο λαός έχει ψηφίσει Ναι, η πρόταση των θεσμών θα υπογραφεί. Μέχρι τότε, κατά τη διάρκεια της επόμενης εβδομάδας και καθώς το δημοψήφισμα πλησιάζει, κάθε παρέκκλιση από τα συνηθισμένα, ιδίως στον τραπεζικό τομέα, θα θεωρηθεί ως κατ’εξοχήν προσπάθεια πίεσης των Ελλήνων ψηφοφόρων. Η Ελληνική κοινωνία έχει πληρώσει ένα βαρύ τίμημα, μέσω της τεράστιας δημοσιονομικής συρρίκνωσης, προκειμένου να είναι μέλος της νομισματικής μας ένωσης. Αλλά μια δημοκρατική νομισματική ένωση η οποία απειλεί έναν λαό που πρόκειται να δώσει την ετυμηγορία του με κεφαλαιακούς ελέγχους και κλείσιμο τραπεζών συνιστά αντίφαση. Θέλω να πιστεύω ότι το Eurogroup θα σεβαστεί αυτή την αρχή. Όσο για την ΕΚΤ, τον φύλακα της νομισματικής μας σταθερότητας και της ίδιας της Ένωσης, δεν έχω αμφιβολία ότι, αν το Eurogroup σήμερα πάρει μια υπεύθυνη απόφαση να αποδεχτεί την αίτηση για την επιμήκυνση της δανειακής μας συμφωνίας που βάζω τώρα στο τραπέζι, θα κάνει ό,τι χρειαστεί για να δώσει στον Ελληνικό λαό λίγες μέρες παραπάνω για να μπορέσει να εκφράσει την άποψή του.

Συνάδελφοι, αυτές είναι κρίσιμες στιγμές, και οι αποφάσεις που παίρνουμε είναι βαρυσήμαντες. Στα επόμενα χρόνια, ενδεχομένως θα μας ρωτούν «πού ήσαστε στις 27 Ιουνίου; Και τι κάνατε για να αποτρέψετε όσα συνέβησαν;». Θα πρέπει τουλάχιστον να είμαστε σε θέση να πούμε ότι: Δώσαμε στο λαό που ζει κάτω από τη χειρότερη ύφεση μια ευκαιρία να ζυγίσει τις επιλογές του. Κάναμε ό,τι χρειάστηκε για να του δώσουμε λίγες μέρες για να αποφασίσει. Και δοκιμάσαμε την δημοκρατία ως μέσο διαφυγής από ένα αδιέξοδο.

Υστερόγραφο – Η μέρα που ο Πρόεδρος του Eurogroup έσπασε την παράδοση της ομοφωνίας και με επιλογή του απέκλεισε την Ελλάδα από μια συνεδρία του Eurogroup.

Σε συνέχεια της παραπάνω παρέμβασής μου, ο Πρόεδρος του Eurogroup απέρριψε την πρότασή μας για παράταση, έχοντας την υποστήριξη των υπολοίπων μελών, και ανακοίνωσε ότι το Eurogroup θα εξέδιδε μια ανακοίνωση που θα έριχνε το φταίξιμο για το αδιέξοδο στην Ελλάδα και θα πρότεινε οι 18 Υπουργοί (δηλαδή οι 19 Υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης εκτός από τον Έλληνα Υπουργό) να ξανασυνεδριάσουν αργότερα για να συζητήσουν πώς θα μπορέσουν να προστατευτούν από τη ρήξη.

Στο σημείο αυτό ζήτησα νομική συμβουλή, από τη Γραμματεία, για το αν μια ανακοίνωση του Eurogroup μπορεί να εκδοθεί δίχως τη συμβατική ομοφωνία, και αν ο Πρόεδρος του Eurogroup μπορεί να συγκαλεί συνεδριάσεις χωρίς να προσκαλεί τον Υπουργό Οικονομικών ενός κράτους-μέλους. Έλαβα την εξής εξωφρενική απάντηση: «Το Eurogroup είναι ένα ανεπίσημο σώμα. Συνεπώς, δεν δεσμεύεται από τις Συνθήκες ή γραπτούς κανόνες. Παρόλο που η ομοφωνία τηρείται συμβατικά, ο Πρόεδρος του Eurogroup δεν δεσμεύεται από ρητούς κανονισμούς». Αφήνω τον αναγνώστη να σχολιάσει αυτή την αξιοσημείωτη δήλωση. Από την πλευρά μου, τελείωσα την ομιλία μου ως εξής:

Συνάδελφοι, η άρνηση επέκτασης της δανειακής συμφωνίας για λίγες εβδομάδες, και με το σκοπό να δώσει στον Ελληνικό λαό μια ευκαιρία να σκεφτεί με νηφαλιότητα την πρόταση των θεσμών, ειδικά με δεδομένη την μεγάλη πιθανότητα ο λαός να αποδεχτεί την πρόταση αυτή (αντίθετα με την προτροπή της κυβέρνησής μας), θα βλάψει μόνιμα την αξιοπιστία του Eurogroup ως σώμα που λαμβάνει δημοκρατικές αποφάσεις, και που έχει συσταθεί από κράτη-εταίρους που δεν μοιράζονται μονάχα ένα κοινό νόμισμα αλλά και κοινές αξίες.

Δείτε την παρέμβαση στο ακόλουθο βίντεο:

www.youtube.com/watch?v=f3xShvssQr4