Επιστροφή

Η ομιλία του Υπουργού Οικονομικών, κ. Γιάνη Βαρουφάκη, στο συνέδριο

Είναι ευχαρίστηση μου, για ακόμα μία φορά, να λαμβάνω μέρος σε αυτή την εντυπωσιακή προσπάθεια του Ινστιτούτου Νέας Οικονομικής Σκέψης, θυμίζοντάς σας βέβαια ότι οι νέες σκέψεις που καλούμαστε να σκεφτούμε για την παγκόσμια και την ευρωπαϊκή οικονομία δεν είναι και τόσο... νέες. Για την ακρίβεια είναι αρκετά παλαιές – πρόκειται για σκέψεις που οι κοινωνίες κάποτε είχαν την τόλμη να σκεφτούν, τόλμη που τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχουν  απολέσει.
Αλλά ας προχωρήσω στο σημερινό θέμα, που αφορά του θεσμούς της Ευρωζώνης στον καιρό των διαπραγματεύσεων που σχετίζονταν με την διάσωση των τραπεζών.
Γνωρίζουμε όλοι ότι η Ευρωζώνη σχεδιάστηκε στη βάση, αυτού που αποκαλώ την Αρχή των Απόλυτα Διακριτών  Χρεών και των Απόλυτα Διακριτών Τραπεζικών Συστημάτων. Σχεδιάσαμε μία Νομισματική Ένωση,  βασισμένοι στην υπόθεση ότι μπορούμε να ασκήσουμε νομισματική πολιτική μέσα σε μια αδιαίρετη νομισματική ένωση  με κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με τις οποίες κάθε ευρώ δημόσιου χρέους είναι αρμοδιότητα ενός μόνο κράτους-μέλους,  και ότι η ευθύνη της εποπτείας και πιθανότατα της ρευστότητας των τραπεζών εμπίπτει στο πλαίσιο της εθνικής κυριαρχίας.
Πολλοί από εμάς εξέφρασαν σοβαρές  αμφιβολίες, όσον αφορά στη σοφία αυτού του ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, ήδη από την δεκαετία του ΄90. Η ουσία εκείνης της αρχιτεκτονικής ήταν ότι, για να λειτουργήσουμε, έπρεπε να έχουμε τους τραπεζικούς τομείς διαχωρισμένους και την ίδια στιγμή ενωμένους ώστε να  ανακυκλώνουν τα πλεονάσματα από εκεί που παράγονταν προς τις ελλειμματικές χώρες στο πλαίσιο της ασύμμετρης Νομισματικής μας Ένωσης.
Οπότε, όταν έχουμε μια χώρα όπως η Ελλάδα, νομισματικά συνδεδεμένη με μια χώρα όπως η Γερμανία, ξέρουμε ότι θα έχουμε μια πεισματική ανισορροπία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, κάτι που σημαίνει ότι οι τράπεζες των πλεονασματικών χωρών αναγκάζονται να ανακυκλώνουν τα εμπορικά πλεονάσματα των μόνιμα πλεονασματικών οικονομιών  μέσω των τραπεζών των πλεονασματικών χωρών προς τις τράπεζες των ελλειμματικών χωρών. Αυτό ήταν κάτι που το ξέραμε πάντα όσον αφορά τη φύση του τέρατος.
Βασική αρχή της μακροοικονομίας, για τέτοιες ασύμμετρες νομισματικές ενώσεις, είναι ότι, σε περίοδο κρίσης, και αφού σκάσουν οι λογιών-λογιών φούσκες που δημιουργούνται στην περίοδο των «παχιών αγελάδων» στις ελλειμματικές χώρες, όσο χαμηλά κι αν κατέβουν οι μισθοί σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, τα ελληνικά αυτοκίνητα δεν πρόκειται να κερδίσουν σε ανταγωνιστικότητα απέναντι στη Mercedes Benz και τη Volkswagen, γιατί πολύ απλά στην Ελλάδα δεν παράγουμε αυτοκίνητα!
Στην αναπτυγμένη Βόρεια Ευρώπη των πλεονασματικών χωρών όπως η Γερμανία, η Ολλανδία ακόμα και η Πολωνία, έχουμε βιομηχανίες έντασης κεφαλαίου, με σημαντική μεγάλη αγοραία ισχύ. Και από την άλλη έχουμε μια χώρα όπως η Ελλάδα, με μεγάλο ποσοστό μη εμπορεύσιμων προϊόντων, υπηρεσιών, χαμηλά περιθώρια κέρδους και εταιρίες με χαμηλή αγοραία ισχύ των επιχειρήσεων. Στις «καλές εποχές», (Great Moderation) ουσιαστικά δημιουργείτο έκλυτη ευφορία στις αγορές χρήματος οι οποίες, στην βάση ουσιαστικά πυραμιδικού δανεισμού δημιουργούσαν υψηλή ανάπτυξη που ενίσχυαν τις μαζικές εισροές κεφαλαίων στην οποία οφείλονταν – αντανακλώντας τις ανισορροπίες που προανέφερα. Όμως μια μαζική εισροή κεφαλαίων σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, δεν θα αναφέρω καν την Ιρλανδία,  δημιουργεί μια κατ’ επίφαση ανάπτυξη, η οποία γίνεται με ένα ή δύο τρόπους: Είτε πηγαίνει απευθείας στα θησαυροφυλάκια των τραπεζών των ελλειμματικών χωρών, οι οποίες μετά τα δανείζουν στους εργολάβους για δρόμους,  γραφεία, διαμερίσματα των οποίων οι τιμές ανεβαίνουν δίνοντας την εντύπωση μιας επίπλαστης  ανάπτυξης υπό τη μορφή μιας προβλέψιμης φούσκας. Είτε έπαιρνε τη μορφή που στην πραγματικότητα πήρε στη χώρα μου μέσω του δημόσιου τομέα, ο οποίος δανείστηκε τα χρήματα και μετά τα έδωσε στους εργολάβους – με λίγο-πολύ το ίδιο αποτέλεσμα.
Το πρόβλημα με αυτές τις ασύμμετρες ενώσεις, όπου στις «καλές εποχές» οι ελλειμματικές χώρες αναπτύσσονται με αυτό τον τρόπο, είναι καταδικασμένες σε αδυσώπητες κρίσεις. Σε κραχ. Το κραχ συνήθως, αν το δούμε ιστορικά, ξεκινά  από τη Wall Street, για λόγους που νομίζω ότι όλοι καταλαβαίνουμε. Δεν χρειάζεται όμως πάντα να ξεκινά από τη Wall Street. Στη Νοτιοανατολική Ασία, τέλη της δεκαετίας του 90, δεν ξεκίνησε από εκεί. Ανεξάρτητα όμως από το πού ξεκινά θα έχουμε μια κατάσταση όπου, μέσα στο πλαίσιο της Ευρωζώνης που οικοδομήσαμε αντιγράφοντας σε μεγάλο βαθμό τον Κανόνα του Χρυσού του Μεσοπολέμου, το κόστος της προσαρμογής μετά το σκάσιμο της φούσκας θα πέσει στους ώμους των πιο αδύναμων. Και οι θεσμοί που δημιούργησαν αυτή την ασύμμετρη Ένωση, τότε θα πρέπει να διαχειριστούν αυτή την κατάσταση. 
Όλοι ξέρουμε ότι δεν χρειάζεται να είσαι αριστερός ή δεξιός για να κατανοήσεις πόσο δύσκολο είναι για πολύπλοκους θεσμούς, ειδικά για ένα θεσμό που εμπεριέχει 19 έθνη, να παραδεχθούν το λάθος τους. Τη στιγμή δηλαδή, της οικονομικής κρίσης, να παραδεχθούν ότι θα έπρεπε να είχαν δημιουργήσει ένα πολύ καλύτερο οικοδόμημα. Οπότε, αυτό που συνήθως κάνουν οι θεσμοί είναι "να επεκτείνουν και να υποκρίνονται" (extend and pretend), όπως και οι τραπεζίτες σε δύσκολους καιρούς.
Το 2010 είχαμε μια τέτοια μεγάλη περίπτωση extend and pretend που τελικά οδήγησε στην μεταφορά τρεχουσών και εν δυνάμει απωλειών από τα βιβλία ενεργητικού των τραπεζών στους ώμους των ισχνότερων  φορολογούμενων. Οι δικοί μας φορολογούμενοι στην Ελλάδα -  επειδή έχουμε τα γνωστά προβλήματα όσον αφορά το φορολογικό μας σύστημα - έτυχε να είναι οι γνωστοί ύποπτοι που πάντοτε υπερφορολογούνται,  δεδομένου ότι η φορολογική βάση είναι τόσο περιορισμένη. Από το 2010 τους ζητείται  να επωμίζονται αυτή τη συλλογική "αμαρτία" την ίδια στιγμή που προσποιούμασταν στην Ευρώπη και ειδικά στην Ελλάδα, ότι είχαμε πρόβλημα ρευστότητας, όταν στην πραγματικότητα είχαμε  πρόβλημα αφερεγγυότητας.
Ήταν πάντα ξεκάθαρο ότι πολλοί από τους πιο αδύναμους φορολογούμενους μεταξύ εκείνων που συνήθως πληρώνουν τους φόρους στην Ελλάδα δεν θα μπορούσαν να αντέξουν το βάρος αυτό και πως αυτό το «φορτίο» θα μετατοπιζόταν σε άλλους φορολογούμενους στην Ευρώπη, με τρόπο που θα έθετε σε δοκιμασία την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Κάπως έτσι κατέληξε το ένα περήφανο έθνος να στρέφεται εναντίον του άλλου, δείχνοντας το με το δάχτυλο, κάτι που δεν είναι υγιές ούτε όσον αφορά στην αντιμετώπιση της κρίσης ούτε όσον αφορά στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η οποία θα έπρεπε κανονικά να επιταχυνθεί με την κρίση.
Στις ΗΠΑ κατά τον 19ο αιώνα κάθε μεγάλη κρίση, ακόμα και ο φοβερός εμφύλιος πόλεμος, οδήγησε σε μεγαλύτερη ενοποίηση.  Στη συνέχεια η κρίση του 1929 έφερε το New Deal τέσσερα χρόνια μετά, οπότε είχαμε τη δημιουργία νέων θεσμικών οργάνων, τα οποία διαχειρίζονταν από κοινού την κρίση που είχε ξεσπάσει αλλά και κρίσεις μελλοντικές όπως π.χ. εκείνη του 2008.
Επομένως το βασικό ερώτημα για εμάς, εδώ στην Ευρώπη, είναι:  «Μάθαμε το μάθημά μας; Ενδυναμώνουμε την Ευρωζώνη ως αντίδραση στην κρίση που έφερε η κακή σχεδίαση των θεσμών της; Χρησιμοποιήσαμε την κρίση αυτή ως μια καλή ευκαιρία, προκειμένου να μας φέρει πιο κοντά τον ένα στον άλλο και να επανασχεδιάσουμε από κοινού τα τμήματα του αρχιτεκτονικού οικοδομήματος που δεν είχαν σχεδιαστεί σωστά στο ξεκίνημα;».
Η επίσημη απάντηση είναι πως ναι, τα έχουμε κάνει αυτά, διδαχθήκαμε και κάναμε νέα θεσμικά όργανα, δημιουργήσαμε τον ΕΜΣ. Δημιουργήσαμε μια τραπεζική ένωση, έχουμε πλέον μια ΕΚΤ που, μετά από δύο χρόνια αγώνα, και εξαιρετικά γενναίων προσπαθειών του κυρίου Μάριο Ντράγκι, έχει την ικανότητα να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις του αποπληθωρισμού που εκτείνονται στην Ευρώπη.
Είναι όμως έτσι; Είμαστε ικανοποιημένοι με αυτά τα νέα θεσμικά όργανα; Σε ό,τι με αφορά, δεν είμαι. Ο ΕΜΣ δημιουργήθηκε αλλά υπάρχει ακόμη η ξεκάθαρη αίσθηση πως δε σχεδιάστηκε για να χρησιμοποιηθεί και πως επίσης σχεδιάστηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι τόσο θεσμικά δύσκαμπτος, που να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμη κι αν θέλαμε να τον χρησιμοποιήσουμε με τον τρόπο κατά τον οποίο θα έπρεπε.
Επιτρέψτε μου όμως να σας πω κάποια ιδιαίτερα θλιβερά παραδείγματα για τον τρόπο με τον οποίο προσπαθήσαμε θεσμικά να συγκεράσουμε τις ανάγκες των τραπεζών και των κρατών, μέσα από το υπάρχον πλαίσιο των αυστηρά εθνικών χρεών και αυστηρά ανεξάρτητων τραπεζικών τομέων.
Ας πάμε πίσω στον Μάιο του 2012 και έπειτα στον Αύγουστο του ίδιου έτους αναφορικά με τη δική μου χώρα. Εκείνο το χρονικό διάστημα, η Ελλάδα έπρεπε να αποπληρώσει ομόλογα, το οποία είχαν αγοραστεί  κυρίως  με το παλαιό πρόγραμμα, από την ΕΚΤ υπό την προεδρία του κυρίου Τρισέ. Το ελληνικό κράτος δεν ήταν σε θέση να ξεπληρώσει αυτά τα ομόλογα, ούτε να απευθυνθεί στις αγορές. Περαιτέρω το Μνημονιακό δάνειο το οποίο είχε αρχικά δοθεί το 2010 ήταν να μπει στο «ψυγείο», οι διαπραγματεύσεις, όπως και οι σημερινές που είναι σε εξέλιξη  δεν είχαν καταλήξει, και οι δόσεις που έπρεπε να δοθούν στην Ελλάδα πάγωσαν.
Οπότε να τι συνέβαινε: Το ελληνικό κράτος εξέδιδε έντοκα γραμμάτια, με την ανοχή της ΕΚΤ, που αγόραζαν οι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες με την σειρά τους τα κατέθεταν στην Τράπεζα της Ελλάδος (που αποτελεί μέρος του συστήματος της ΕΚΤ) ως εχέγγυα (μέσω του ELA, επειδή εκείνη την εποχή η χρηματοδότηση της ΕΚΤ είχε ανασταλεί λόγω των προβλημάτων στις διαπραγματεύσεις), έπαιρναν τα χρήματα αυτά για να τα δώσουν στο κράτος (σε αντάλλαγμα των γραμματίων) το οποίο, τέλος, τα έδινε στην...ΕΚΤ ως αποπληρωμή των ομολόγων που έληγαν!
Φανταστείτε τώρα να αφηγούνταν αυτή την διαδικασία ως πιθανό τρόπο αναχρηματοδότησης του ελληνικού κράτους από την ΕΚΤ το 1993, τότε που αποφασιζόταν η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Φανταστείτε να λέγαμε στους εμπνευστές της ότι κάτι τέτοιο θα γινόταν κατά τη διάρκεια μιας κρίσης...
Πριν προχωρήσω, να σας πω πως, κατά έναν τραγικό τρόπο, βρισκόμαστε σήμερα στην ίδια κατάσταση. Ως Υπουργός Οικονομικών είμαι υποχρεωμένος, και αυτό είναι ένα κοινό μυστικό το οποίο μοιράζομαι μαζί σας, τώρα που γίνονται αυτές οι διαπραγματεύσεις προκειμένου να βρεθεί μια βιώσιμη λύση, να ζητήσω ακριβώς τα ίδια πράγματα για να μπορέσω να εξασφαλίσω την απαιτούμενη ρευστότητα ώστε να εξασφαλιστεί ο απαιτούμενος χρόνος για να κλείσει η διαπραγμάτευση: δηλαδή να μας επιτραπεί να εκδώσουμε έντοκα γραμμάτια πάνω από τα εγκεκριμένα όρια, ώστε να δημιουργήσουμε την απαραίτητη ρευστότητα που απαιτείται για να πληρωθεί ένας από τους τρεις θεσμούς – το ΔΝΤ στην προκείμενη περίπτωση.
Χρειάζεται να πω περισσότερα; Δεν είναι σαφές ότι η Ευρωζώνη δεν έχει βρει τις απαιτούμενες λύσεις σε πάγια προβλήματα της αρχιτεκτονικής της;
Οπότε το μεγάλο ερώτημα που τίθεται είναι: Υπό το τωρινό θεσμικό πλαίσιο, και δεδομένων των θεσμικών αλλαγών που έχουν γίνει, μπορούμε να πούμε πως μάθαμε το μάθημα οικονομικής ιστορίας των τελευταίων δυο ετών; Πως έχουμε δομήσει νέους θεσμούς που έχουν δημιουργήσει την απαραίτητη σταθερότητα ώστε κατ’ αρχάς να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που κληρονομήσαμε, τα παλιά χρέη και απώλειες, και δεύτερον να αποφύγουμε μελλοντικά προβλήματα; 
Δεν νομίζω. Συνεπώς δεν έχουμε το ηθικό δικαίωμα να επαναπαυθούμε ότι η Ευρώπη έχει βρει τον βηματισμό της. Έχουμε πολύ δρόμο ακόμη!