Επιστροφή

Συνέντευξη Μιχάλη Αργυρού, Προέδρου Συµβουλίου Οικονοµικών Εµπειρογνωµόνων Υπ. Οικονοµικών στο EPSILON 7

Mια σειρά από θετικές επιπτώσεις στη διεθνή εικόνα και τις προοπτικές της προκαλεί για την ελληνική οικονοµία η έξοδος από το πλαίσιο Ενισχυµένης Εποπτείας, σύµφωνα µε τον κύριο Μιχάλη Αργυρού, Καθηγητή Οικονοµικών στο Πανεπιστήµιο Πειραιώς και Πρόεδρο του Συµβουλίου Οικονοµικών Εµπειρογνωµόνων (Σ.Ο.Ε), το οποίο αποτελεί συµβουλευτικό και γνωµοδοτικό όργανο του Υπουργού Οικονοµικών κ. Χρήστου Σταϊκούρα. Στην αποκλειστική του συνέντευξη στο Epsilon7 ο κ. Αργυρού τονίζει: «Με την έξοδο από την ενισχυµένη εποπτεία η Ελλάδα παύει να αποτελεί εξαίρεση στην ευρωζώνη. Αυτό  ενισχύει περαιτέρω τη διεθνή εικόνα της χώρας, µειώνει τον ελληνικό πιστωτικό κίνδυνο, όπως αυτός αποτυπώνεται στα spreads των κρατικών οµολόγων, και ανοίγει τον δρόµο για την ανάκτηση της επενδυτικής βαθµίδας, απαραίτητη προϋπόθεση για χαµηλότερο κόστος δανεισµού και υψηλή µακροχρόνια ανάπτυξη».

Ο κ. Μιχάλης Αργυρού έχει ολοκληρωµένη γνώση και άποψη γύρω από τα θέµατα της οικονοµικής πολιτικής της κυβέρνησης που άπτονται τόσο των µακροπρόθεσµων σχεδιασµών όσο και για τα ζητήµατα που σχετίζονται µε την καθηµερινότητα του πολίτη. Συµµετέχει σε κρίσιµες συσκέψεις και διαβουλεύσεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Οικονοµικών µε τους εκπροσώπους των θεσµών και έχει σαφή εικόνα για τις συζητήσεις και για τις αποφάσεις που αφορούν την ενεργειακή και πληθωριστική κρίση.

Στο ερώτηµα αναφορικά µε το ποιο θα είναι το κόστος που θα έχει η προσπάθεια µείωσης του πληθωρισµού στην ανάπτυξη και την απασχόληση ο κ. Αργυρού σηµειώνει ότι οι βαθµοί ελευθερίας των εθνικών κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών είναι µικρότεροι σε σχέση µε πριν δύο χρόνια. «Σε ότι αφορά τη µακροοικονοµική πολιτική, η νοµισµατική πολιτική σίγουρα θα αντιδράσει στην αύξηση του πληθωρισµού, κάτι που βραχυχρόνια θα έχει συσταλτικό αποτέλεσµα στον ρυθµό ανάπτυξης. Η δηµοσιονοµική πολιτική από την πλευρά της υπόκειται και αυτή σε περιορισµούς. Κατά την περίοδο της πανδηµίας τα κράτη στήριξαν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις σε πρωτοφανή βαθµό, µε αποτέλεσµα τη σηµαντική άνοδο του δηµόσιου χρέους. Ως αποτέλεσµα, υπάρχουν όρια εντός των οποίων η δηµοσιονοµική πολιτική µπορεί να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις κατά της ενεργειακής κρίσης χωρίς να προκαλέσει την αντίδραση των αγορών, και χωρίς να επιβαρύνει τον πληθωρισµό», αναφέρει χαρακτηριστικά. 

Από την άλλη πλευρά δεν παραλείπει να τονίσει και «σηµαντικά θετικά στοιχεία» τα οποία, µε τα σηµερινά δεδοµένα, µας οδηγούν σε προβλέψεις για θετικό ρυθµό ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονοµίας το 2022. Ειδικά για τη χώρα µας αναφέρεται στο διπλάσιο από τις αρχικές προβλέπεις ρυθµό ανάπτυξης που σηµείωσε το 2021, το γεγονός ότι έως και τις αρχές του 2022 η Ελλάδα πετυχαίνει έναν από τους µεγαλύτερους ρυθµούς µείωσης της ανεργίας, το πολύ µεγάλο απόθεµα ιδιωτικών καταθέσεων που συσσωρεύθηκαν κατά την περίοδο της πανδηµίας και τη µεγάλη στήριξη που θα παρέχουν στη χώρα µας έως τα 2027 οι πόροι του Ταµείου Ανάκαµψης.

Ο Πρόεδρος του Σ.Ο.Ε δηλώνει «ρεαλιστικά αισιόδοξος» για το µέλλον της ελληνικής οικονοµίας, υποστηρίζοντας πως το ελληνικό παραγωγικό µοντέλο αλλάζει, αυξάνονται οι επενδύσεις και οι εξαγωγές, βελτιώνεται το επιχειρηµατικό περιβάλλον, σηµειώνεται πρόοδος στην ανάπτυξη οικονοµικών δραστηριοτήτων υψηλής προστιθέµενης αξίας και άλµατα στη ψηφιοποίηση της δηµόσιας διοίκησης. Κάνει ιδιαίτερη µνεία στο εθνικό Σχέδιο Ανάκαµψης και Ανθεκτικότητας Ελλάδα 2.0. το οποίο χαρακτηρίζει ως «πρόγραµµα µεταµόρφωσης της ελληνικής οικονοµίας», καθώς και στις συνεχείς αναβαθµίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρα από τους διεθνείς οίκους, που τη φέρνουν «ένα σκαλί πριν από την ανάκτηση της επενδυτικής βαθµίδας».

Στο Eurogroup της περασµένης εβδοµάδας ανακοινώθηκε η λήξη του πλαισίου Ενισχυµένης Εποπτείας. Τι σηµαίνει αυτό για την ελληνική οικονοµία;

Η λήξη του πλαισίου Ενισχυµένης Εποπτείας είναι εξέλιξη ορόσηµο για τη χώρα µας. Η Ελλάδα είναι το µόνο κράτος-µέλος της ευρωζώνης το οποίο βρέθηκε σε καθεστώς ενισχυµένης εποπτείας µετά τη λήξη των προγραµµάτων οικονοµικής προσαρµογής. Αυτό συνέβη γιατί τον Ιούνιο του 2018 η χώρα δεν είχε ολοκληρώσει βασικές µεταρρυθµίσεις που είχαν ενταχθεί στο τρίτο Μνηµόνιο και, µε βάση τον Κανονισµό της Ενισχυµένης Εποπτείας, αντιµετώπιζε την ύπαρξη ή την απειλή σοβαρών οικονοµικών δυσκολιών, οι οποίες έπρεπε να διορθωθούν προκειµένου να αποκατασταθούν συνθήκες οικονοµικής κανονικότητας, και από τις συνέπειες των οποίων έπρεπε να προστατευθούν τα υπόλοιπα µέρη της ευρωζώνης. 

Η απόφαση για τη λήξη της Ενισχυµένης Εποπτείας στέλνει ξεκάθαρο µήνυµα ότι πλέον η Ελλάδα δεν αντιµετωπίζει τις σοβαρές οικονοµικές δυσκολίες βάση των οποίων ενεργοποιήθηκε η διαδικασία Ενισχυµένης Εποπτείας, και δεν απειλεί τη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα της ευρωζώνης.  Αυτό αποτυπώνεται στην ανακοίνωση του Eurogroup της 16ης Ιουνίου 2022, σύµφωνα µε το την οποία η λήξη του πλαισίου Ενισχυµένης Εποπτείας, σε συνδυασµό µε την εφαρµογή µεταρρυθµίσεων, την πλήρη αποπληρωµή των δανείων του Δ.Ν.Τ. και την κατάργηση των capital controls που είχαν προηγηθεί τα τελευταία τρία χρόνια, κλείνουν το δύσκολο κεφάλαιο που ξεκίνησε το 2010 και ολοκληρώνουν την επιστροφή της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κανονικότητα.  Με την έξοδο από την ενισχυµένη εποπτεία η Ελλάδα παύει να αποτελεί εξαίρεση στην ευρωζώνη. Αυτό  ενισχύει περαιτέρω τη διεθνή εικόνα της χώρας, µειώνει τον ελληνικό πιστωτικό κίνδυνο, όπως αυτός αποτυπώνεται στα spreads των κρατικών οµολόγων, και ανοίγει τον δρόµο για την ανάκτηση της επενδυτικής βαθµίδας, απαραίτητη προϋπόθεση για χαµηλότερο κόστος δανεισµού και υψηλή µακροχρόνια ανάπτυξη. Συνολικά, η λήξη της Ενισχυµένης Εποπτείας σηµατοδοτεί το τέλος της ελληνικής οικονοµικής κρίσης και ορίζει µιας νέα εποχή για την Ελλάδα.  

Το διεθνές περιβάλλον όµως έχει µεταβληθεί σηµαντικά. Απειλεί η αύξηση του πληθωρισµού της προοπτικές ανάπτυξης; 

Δεν υπάρχει αµφιβολία ότι η µεγάλη αύξηση του πληθωρισµού που παρατηρείται παγκοσµίως τους τελευταίους µήνες αποτελεί µια σοβαρή αρνητική εξέλιξη για το σύνολο της ευρωπαϊκής οικονοµίας. Βέβαια, κάποια πρόσκαιρη αύξηση του πληθωρισµού ήταν αναµενόµενη στα πλαίσια της µετάβασης από το σοκ της πανδηµίας σε συνθήκες οικονοµικής κανονικότητας, κυρίως ως αποτέλεσµα της γρηγορότερης επαναφοράς της ζήτησης για αγαθά και υπηρεσίες σε σχέση µε την προσφορά, και των µόνιµων αλλαγών που επέφερε η πανδηµία στη σύνθεση της ζήτησης ανάµεσα σε διαφορετικούς κλάδους της οικονοµίας. ‘Όµως, και ειδικότερα σε ότι αφορά την ευρωζώνη, µέχρι το τέλος του 2021 όλες οι ενδείξεις συνηγορούσαν στο ότι οι αγορές περίµεναν µια σχετικά µικρή, σε µέγεθος και διάρκεια, απόκλιση του πληθωρισµού από τον στόχο του 2%. Από τα τέλη του 2021 και ύστερα, και κυρίως µετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο το 2022, η εικόνα έχει µεταβληθεί σηµαντικά. Ο πληθωρισµός, σε όλη την Ευρώπη, εκτινάχθηκε σε πρωτόγνωρα για τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες ύψη, κατά κύριο λόγο εξαιτίας της αύξησης των τιµών ενέργειας και, πιο πρόσφατα, των τιµών των τροφίµων, των πρώτων υλών, και των υπηρεσιών. 

Η αύξηση του πληθωρισµού επηρεάζει την παγκόσµια ανάπτυξη µέσα από τρία κανάλια. Πρώτο, τη µείωση του πραγµατικού διαθεσίµου εισοδήµατος των καταναλωτών. Δεύτερο, την αύξηση της οικονοµικής αβεβαιότητας που οδηγεί σε αναβολή επενδυτικών σχεδίων. Τρίτο, την επιβάρυνση των αλυσίδων εφοδιαστικής αλυσίδας και τη συνακόλουθη µείωση του διεθνούς όγκου εµπορίου. Υπάρχουν όµως και σηµαντικές δυνητικές δευτερογενείς επιπτώσεις. Η αύξηση του πληθωρισµού οδηγεί σε µέτρα στήριξης των νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Αυτή µπορεί, υπό προϋποθέσεις, να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις και, εφόσον, ξεπερνά τις δυνατότητες των κρατικών προϋπολογισµών,  να οδηγήσει σε αύξηση των αποδόσεων κρατικών οµολόγων, µε αρνητικό αντίκτυπο στον ρυθµό ανάπτυξης. Ένα δεύτερο πιθανό δευτερογενές αποτέλεσµα είναι η δηµιουργία ενός πληθωριστικού σπιράλ µεταξύ πληθωρισµού και ονοµαστικών µισθών. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα είχαµε αποσταθεροποίηση των µακροχρόνιων πληθωριστικών προσδοκιών, κάτι που τελικά θα οδηγούσε σε ένα φαινόµενο στασιµοπληθωριµού όµοιο µε αυτό της δεκαετίας του 1970. Βέβαια, είναι πολύ δύσκολο να συµβεί κάτι τέτοιο, κυρίως γιατί ξέρουµε τι πρέπει να κάνουµε για να ελέγξουµε τον πληθωρισµό. Ο πληθωρισµός θα παραµείνει σε υψηλά επίπεδα το 2022, αλλά µε τα σηµερινά δεδοµένα, προβλέπεται να υποχωρήσει το 2023. 

Μπορεί όµως να µειωθεί ο πληθωρισµός χωρίς κόστος ανάπτυξης και απασχόλησης;

Στην παρούσα φάση η παγκόσµια και κυρίως η ευρωπαϊκή οικονοµία οδηγούνται από γεωπολιτικές εξελίξεις, και αυτό είναι το στοιχείο που δηµιουργεί εξαιρετικά µεγάλη αβεβαιότητα. Εντούτοις, και πάλι µε τα σηµερινά δεδοµένα, η κυρίαρχη πρόβλεψη είναι ότι το πληθωριστικό κύµα που αντιµετωπίζουν οι ευρωπαϊκές οικονοµίες θα µειώσει αλλά δεν θα ακυρώσει τους θετικούς ρυθµούς οικονοµικής ανάπτυξης για το 2022 και 2023. Φυσικά δεν πρέπει να υποτιµούµε τις προκλήσεις που περιγράψαµε πριν. Σε ότι αφορά τη µακροοικονοµική πολιτική, η νοµισµατική πολιτική σίγουρα θα αντιδράσει στην αύξηση του πληθωρισµού, κάτι που βραχυχρόνια θα έχει συσταλτικό αποτέλεσµα στον ρυθµό ανάπτυξης. Η δηµοσιονοµική πολιτική από την πλευρά της υπόκειται και αυτή σε περιορισµούς. Κατά την περίοδο της πανδηµίας τα κράτη στήριξαν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις σε πρωτοφανή βαθµό, µε αποτέλεσµα τη σηµαντική άνοδο του δηµόσιου χρέους. Ως αποτέλεσµα, υπάρχουν όρια εντός των οποίων η δηµοσιονοµική πολιτική µπορεί να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις κατά της ενεργειακής κρίσης χωρίς να προκαλέσει την αντίδραση των αγορών, και χωρίς να επιβαρύνει τον πληθωρισµό. Συµπερασµατικά, οι βαθµοί ελευθερίας των εθνικών κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών είναι µικρότεροι σε σχέση µε πριν δύο χρόνια.

Από την άλλη, υπάρχουν και σηµαντικά θετικά στοιχεία τα οποία, µε τα σηµερινά δεδοµένα, µας οδηγούν σε προβλέψεις για θετικό ρυθµό ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονοµίας το 2022. 

Ποια είναι αυτά τα θετικά στοιχεία που θα λειτουργήσουν ως ανάχωµα στην ενεργειακή κρίση και πληθωριστική κρίση; 

Πρώτο, η ανάκαµψη το 2021 ήταν σηµαντικά µεγαλύτερη του αναµενοµένου, ειδικά στην Ελλάδα ήταν διπλάσια των αρχικών προβλέψεων. Αυτό δίνει στις ευρωπαϊκές οικονοµίες κεκτηµένη ταχύτητα (το επονοµαζόµενο carry over effect) το οποίο στην παρούσα συγκυρία είναι πολύ χρήσιµο σε όρους ανάπτυξης. 

Δεύτερο, η ευρωπαϊκή αγορά εργασίας εξακολουθεί και καταγράφει πολύ καλά αποτελέσµατα. Η ανεργία παραµένει σε καθοδική τροχιά και η απασχόληση αυξάνεται, κάτι που δηµιουργεί νέα εισοδήµατα και συντηρεί τον θετικό ρυθµό ανάπτυξης. Και σε αυτό τον τοµέα οι εξελίξεις στη χώρα µας είναι πολύ θετικές. Το 2021 και στις αρχές του 2022 η Ελλάδα πέτυχε έναν από τους µεγαλύτερους ρυθµούς µείωσης της ανεργίας, αύξησης της απασχόλησης και αύξησης της συµµετοχής στην αγορά εργασίας. Οι εξελίξεις αυτές ήταν πιο έντονες για τους νέους και τις γυναίκες.  Αυτές είναι δύο κατηγορίες συµπολιτών µας των οποίων η θέση στην αγορά εργασίας είναι ευάλωτη, όπως φαίνεται από  τα εξαιρετικά υψηλά ποσοστά ανεργίας που κατέγραψαν κατά την περίοδο της κρίσης. Η γρηγορότερη αποκλιµάκωση της ανεργίας στις γυναίκες και τους νέους είναι πολύ σηµαντική και για την ανάπτυξη της οικονοµίας, αλλά και για την κοινωνική συνοχή: ‘Όλες οι σχετικές έρευνες δείχνουν ότι ο βασικότερος προσδιοριστικός παράγοντας για τη µείωση της φτώχειας και των ανισοτήτων είναι η αύξηση της απασχόλησης των οικονοµικά ευάλωτων οµάδων του πληθυσµού. Η Ελλάδα πετυχαίνει σηµαντική πρόοδο ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση. Δηµιουργούνται νέα εισοδήµατα από εργασία, τα οποία σε µεγάλο βαθµό κατευθύνονται σε ανθρώπους που προηγουµένως δεν είχαν εισόδηµα γιατί δεν είχαν δουλειά. Η ανάπτυξη που πετυχαίνει η Ελλάδα γίνεται ολοένα και µεγαλύτερη, ολοένα και πιο συµπεριληπτική.

Τρίτο, υπάρχει ένα πολύ µεγάλο απόθεµα ιδιωτικών καταθέσεων που συσσωρεύθηκαν κατά την περίοδο της πανδηµίας. Αυτό λειτουργεί ως ένα σηµαντικό στήριγµα αγοραστικής δύναµης, που µπορεί να συντηρήσει την κατανάλωση για όσο διάστηµα ο πληθωρισµός µειώνει την αγοραστική δύναµη µισθών και κερδών επιχειρήσεων. Και σε αυτό το πεδίο η Ελλάδα έχει σηµαντικό πλεονέκτηµα, αφού κατά την περίοδο της πανδηµίας η αύξηση ιδιωτικών καταθέσεων ήταν, σε όρους Α.Ε.Π., η δεύτερη µεγαλύτερη στην περιοχή του Ο.Ο.Σ.Α., πίσω από τις Η.Π.Α.. 

Τέταρτο, η αγοραστική δύναµη, ιδιαίτερα των ασθενέστερων οικονοµικών στρωµάτων, εξακολουθεί και στηρίζεται από τους κρατικούς προϋπολογισµούς. Αυτή η στήριξη από µόνη της δεν µπορεί να ακυρώσει τις απώλειες αγοραστικής δύναµης που προκαλεί η ενεργειακή κρίση, όµως σίγουρα τη µετριάζει. Και πάλι η Ελλάδα, σε όρους Α.Ε.Π., παρέχει ένα από τα µεγαλύτερα προγράµµατα στήριξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, µε τρόπο δηµοσιονοµικά υπεύθυνο, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη δηµοσιονοµική σταθερότητα. 

Πέµπτο, το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστηµα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση την αρχή της παγκόσµιας χρηµατοπιστωτικής κρίσης το 2008. Η έκθεση του ιδιωτικού τοµέα σε υπερβολικό δανεισµό είναι πολύ µικρότερη, το ποσοστό µη εξυπηρετούµενων δανείων έχει επιστρέψει σε πολύ χαµηλά επίπεδα και δεν αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της πανδηµίας, και οι δείκτες κεφαλαιοποίησης βρίσκονται σε πολύ ικανοποιητικά επίπεδα. Τα παραπάνω ισχύουν και για το ελληνικό τραπεζικό σύστηµα, το οποίο τα τελευταία δύο χρόνια έχει πραγµατοποιήσει µεγάλη πρόοδο, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τη µείωση των µη εξυπηρετούµενων δανείων. 

Τέλος, και πολύ σηµαντικό, η ευρωπαϊκή οικονοµική δραστηριότητα θα στηρίζεται για την περίοδο 2021-2027 από τους πόρους του Ταµείου Ανάκαµψης και Ανθεκτικότητας (RRF), ένα πρωτοφανές σε µέγεθος πρόγραµµα κοινής ευρωπαϊκής δηµοσιονοµικής πολιτικής. Και πάλι η Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ ευνοϊκή θέση αφού, σε όρους Α.Ε.Π., έχει εξασφαλίσει τη µεγαλύτερη χρηµατοδότηση από το Ταµείο Ανάκαµψης ανάµεσα στις χώρες της ευρωζώνης. 

Είσαστε λοιπόν αισιόδοξος για το µέλλον της ελληνικής οικονοµίας; 

Ναι, είµαι ρεαλιστικά αισιόδοξος, χωρίς βέβαια να αγνοώ τις πολύ σηµαντικές προκλήσεις που δηµιουργεί η παρούσα διεθνής συγκυρία για µια µικρή ανοικτή οικονοµία όπως η ελληνική, και µε τη φθίνουσα αλλά ακόµα παρούσα σηµαντική κληρονοµιά που µας κληροδότησε η µακρόχρονη περίοδος της ελληνικής κρίσης. Η αισιοδοξία µου στηρίζεται στη µεγάλη ανθεκτικότητα που επέδειξε η ελληνική οικονοµία κατά τη διάρκεια της κρίσης του κορωνοϊού, αλλά και τη βελτίωση που παρατηρούµε στην πλευρά της προσφοράς, η οποία τελικά είναι η πλευρά που καθορίζει το µακροχρόνιο ρυθµό ανάπτυξης, απασχόλησης και ευηµερίας. Η βελτίωση στην οποία αναφέροµαι έχει σηµαντικά διαθρωτικά χαρακτηριστικά, τα οποία οφείλονται στην εφαρµογή του φιλόδοξου µεταρρυθµιστικού προγράµµατος, ακόµα και µέσα στην περίοδο της πανδηµίας. 

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτά; 

Είναι πολλά - Επιτρέψτε µου να σταχυολογήσω µερικά µόνο από αυτά. 

Πρώτο, η σύνθεση της ελληνικής οικονοµικής δραστηριότητας παρουσιάζει αισθητή ποιοτική βελτίωση. Το ελληνικό παραγωγικό µοντέλο αλλάζει, καθώς αυξάνεται το ποσοστό των επενδύσεων και των εξαγωγών. Αυτό αυξάνει τις παραγωγικές ικανότητες και την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονοµίας. Το 2010 οι εξαγωγές αποτελούσαν το 20% του ελληνικού Α.Ε.Π.. Το 2021 το ποσοστό αυτό ξεπέρασε το 40%, µε µεγάλο ποσοστό της αύξησης να προέρχεται από εξαγωγές αγαθών. Η µεγαλύτερη εξωστρέφεια µειώνει την εξάρτηση του ελληνικού Α.Ε.Π. από τις εσωτερικές συνθήκες ζήτησης, αυξάνοντας έτσι την ανθεκτικότητά της σε µελλοντικές κρίσεις. 

Δεύτερο, το ελληνικό επιχειρηµατικό περιβάλλον βελτιώνεται συνεχώς. Από το καλοκαίρι του 2019 και ύστερα, η Ελλάδα σταθερά σηµειώνει σηµαντική πρόοδο σε όλους σχεδόν τους δείκτες κατάταξης θεσµικών επιδόσεων, διαφάνειας και ελέγχου της διαφθοράς. Αυτό καθιστά την Ελλάδα ολοένα και πιο ελκυστική στους εγχώριους και ξένους επενδυτές. Ειδικότερα σε ότι αφορά τη δεύτερη κατηγορία, το 2021 καταγράφηκε ρεκόρ εισροής κεφαλαίων για άµεσες ξένες επενδύσεις το οποίο συνολικά έφτασε στα 5.1 δισ. ευρώ. Το 2022 αναµένεται ακόµα καλύτερο αποτέλεσµα, µε τον όγκο των άµεσων ξένων επενδύσεων το πρώτο τετράµηνο του 2022 να ανέρχεται ήδη σε 3.1 δισ.. Σύµφωνα µε πρόσφατη έρευνα της Ernst &Young, η Ελλάδα κατατάσσεται,  για πρώτη φορά, στους δέκα πιο ελκυστικούς προορισµούς για ξένες επενδύσεις στην Ευρώπη, µε το 10% των ερωτηθέντων να αναφέρει την Ελλάδα στις τρεις πιο ελκυστικές χώρες, και µε τη µεγάλη πλειοψηφία τους να αναφέρει ότι περιµένει ακόµα µεγαλύτερη βελτίωση στο µέλλον. 

Τρίτο, η Ελλάδα σηµειώνει απτή πρόοδο στην ανάπτυξη οικονοµικών δραστηριοτήτων υψηλής προστιθέµενης αξίας. Παίρνοντας ώθηση από τα σηµαντικά φορολογικά κίνητρα που δόθηκαν το 2020, το ποσοστό δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη (R&D) έχει αυξηθεί στο 1,5% του Α.Ε.Π., ποσοστό υπερδιπλάσιο σε σχέση µε το 2012 (όταν ήταν 0,7%), καλύπτοντας έτσι σηµαντικό µέρος της απόστασης που τη χωρίζει από τον Ευρωπαϊκό µέσο όρο. Αυτό οδηγεί σε άνοδο του ποσοστού προϊόντων υψηλής τεχνολογίας στις µεταποιητικές εξαγωγές (που και οι ίδιες αυξάνονται σε όγκο), από 8,5% το 2012 σε 13,2% το 2020. Το ποσοστό αυτό δεν διαφέρει πολύ από αυτό της Γερµανίας, το οποίο για το 2020 βρίσκεται στο 15.5%. 

Τέλος, τα τελευταία δύο χρόνια στην Ελλάδα συντελούνται άλµατα στην ψηφιοποίηση της δηµόσιας διοίκησης, µε µεγάλα άµεσα και έµµεσα οφέλη για την  παραγωγικότητα, τις συνθήκες κόστους των επιχειρήσεων και την καθηµερινότητα των πολιτών. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι από 8,8 εκατοµµύρια ψηφιακές συναλλαγές των πολιτών το που έγιναν το 2018, σήµερα έχουµε φτάσει στα 567 εκατοµµύρια ψηφιακές συναλλαγές. Αυτό σηµαίνει σηµαντική αύξηση της παραγωγικότητας, µέσα από εξοικονόµηση εργατοωρών και κόστους νοµοθετικής/φορολογικής συµµόρφωσης για τις επιχειρήσεις. Αυτά τα κέρδη παραγωγικότητας καταγράφονται στην αυξανόµενη εξωτερική ανταγωνιστικότητα της οικονοµίας, η οποία αποτυπώνεται στη µεγάλη αύξηση εξαγωγών, όχι µόνο υπηρεσιών αλλά και αγαθών. 

Θα µπορούσα να αναφέρω πολλές άλλες θετικές εξελίξεις και επιτεύγµατα, πάνω στα οποία στηρίζονται οι υψηλές θετικές προσδοκίες που ανέφερα προηγουµένως. Αυτές δείχνουν ότι η ελληνική οικονοµία µπαίνει στη νέα εποχή, που σηµατοδοτεί το τέλος της ενισχυµένης εποπτείας µε πολύ καλές προοπτικές, οι οποίες ενισχύονται ακόµα περισσότερο από το φιλόδοξο πρόγραµµα µεταρρυθµίσεων και επενδύσεων που περιλαµβάνονται στο εθνικό Σχέδιο Ανάκαµψης και Ανθεκτικότητας Ελλάδα 2.0. Το σχέδιο Ελλάδα 2.0 αποτελεί ένα πρόγραµµα µεταµόρφωσης της ελληνικής οικονοµίας, Είναι ένας θεµελιώδης οικονοµικός και κοινωνικός µετασχηµατισµός, που επιδρά στην οικονοµική δραστηριότητα, αλλά και στις τεχνολογίες, τις συµπεριφορές και τους θεσµούς, προς ένα εξωστρεφές, ανταγωνιστικό και πράσινο οικονοµικό µοντέλο. 

Είναι ακριβώς αυτή η θετική δοµική δυναµική που αναπτύσσει η χώρα, που οδηγεί τους µεγάλους διεθνείς οίκους αξιολόγησης να αναβαθµίζουν επανειληµµένα την πιστοληπτική ικανότητα της τα τελευταία δύο χρόνια εν µέσω της υγειονοµικής και της ενεργειακής κρίσης. Μετά από αυτές τις αναβαθµίσεις, η χώρα πλέον απέχει ένα σκαλί πριν την ανάκτηση της επενδυτικής βαθµίδας, η ανάκτηση της οποίας, όπως ανέφερα και προηγουµένως είναι τεράστιας σηµασίας. Αν η έξοδος από την ενισχυµένη εποπτεία έκλεισε οριστικά το κεφάλαιο της ελληνικής κρίσης, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθµίδας, σε συνδυασµό µε τον παραγωγικό µετασχηµατισµό που συντελείται µέσα από τον σχέδιο Ελλάδα 2.0, θα αποτελέσει τον καταλύτη για την απελευθέρωση του παραγωγικού δυναµικού της χώρας στη νέα εποχή που έχει πλέον ξεκινήσει.

Μιχάλης Αργυρού: Πρόεδρος Συµβουλίου Οικονοµικών Εµπειρογνωµόνων Υπ. Οικονοµικών, Καθηγητής Οικονοµικών Πανεπιστηµίου Πειραιώς

Η συνέντευξη στο EPSILON 7