Επιστροφή

Άρθρo του Μιχάλη Αργυρού στα "ΝΕΑ"

Οι πρόσφατες οικονομικές εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, αλλά και ευρύτερα, αναδεικνύουν δύο τάσεις. Πρώτον, η οικονομία ανακάμπτει από την κρίση του κορονοϊού γρηγορότερα από τις αρχικές προβλέψεις. Η ανάκαμψη αυτή είναι ορατή και στο ύψος του ΑΕΠ αλλά και στο επίπεδο της απασχόλησης. Δεύτερον, τους τελευταίους μήνες παρατηρούνται αυξήσεις τιμών, οι οποίες σε ορισμένα περιπτώσεις (π.χ. ενέργεια και μεταφορές) είναι απότομες και σημαντικές.


Ο συνδυασμός των δύο αυτών τάσεων έχει ανοίξει μια συζήτηση για το κατά πόσο η ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίζει κίνδυνο πληθωρισμού. Επί τούτου υπάρχουν δύο γνώμες. Η πρώτη, η οποία υποστηρίζεται από την ΕΚΤ αλλά και την αμερικανική Fed, είναι ότι οι ανατιμήσεις είναι συγκυριακές και θα υποχωρήσουν εντός του 2022. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η γρηγορότερη ανάκαμψη οδηγεί σε αυξημένη ζήτηση, ενώ από την άλλη η πλευρά της προσφοράς δεν έχει ακόμα αποκατασταθεί πλήρως. Εφόσον η ζήτηση αποκαθίσταται γρηγορότερα από την προσφορά, παρατηρούμε συγκυριακές αυξήσεις τιμών, οι οποίες είναι μεγάλες λόγω του αποτελέσματος βάσης, δηλαδή της καταβαράθρωσης τιμών που δημιούργησε η μεγάλη ύφεση του 2020. Η σταδιακή αποκατάσταση της προσφοράς θα εξαλείψει το πρόβλημα. Παράγοντες όπως η κατανάλωση των αποταμιεύσεων που αυξήθηκαν σημαντικά κατά την διάρκεια της πανδημίας εντείνουν το πρόβλημα. Και αυτοί οι παράγοντες όμως είναι προσωρινού χαρακτήρα. 
Η δεύτερη γνώμη είναι ότι οι ανατιμήσεις δεν είναι συγκυριακές, αλλά το αποτέλεσμα πιο επίμονων πληθωριστικών πιέσεων. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι ανατιμήσεις είναι το αποτέλεσμα της εξαιρετικά επεκτατικής νομισματικής πολιτικής των τελευταίων ετών, αλλά και της αύξησης του δημοσίου χρέους που έλαβε χώρα παγκοσμίως εξαιτίας της κρίσης του κορονοϊού, και η οποία δεσμεύει την νομισματική πολιτική σε επεκτατικό χαρακτήρα για το προβλεπτό μέλλον. Ως αποτέλεσμα, οι ανατιμήσεις αντανακλούν υψηλότερες πληθωριστικές προσδοκίες. 
Σε πρώτη ανάγνωση, και οι δύο απόψεις στηρίζονται σε λογικά επιχειρήματα. Στα οικονομικά, όταν υπάρχουν διαφορετικές υποθέσεις για την αιτία ενός φαινομένου, ελέγχουμε τις εναλλακτικές υποθέσεις χρησιμοποιώντας στοιχεία. Και μέχρι σήμερα τα στοιχεία δείχνουν ότι οι ανατιμήσεις είναι μάλλον παροδικού χαρακτήρα. Αυτό προκύπτει από την εξέταση της καμπύλης αποδόσεων της Ευρωπαϊκής οικονομίας, η οποία ερμηνεύεται ως ένδειξη πληθωριστικών προσδοκιών σε διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες, αλλά και τις σχετικές απαντήσεις που δίνουν ανεξάρτητοι οικονομικοί αναλυτές σε εξειδικευμένες έρευνες γνώμης. Συνολικά, η συμπεριφορά των αγορών δείχνει ότι αν και πράγματι έχει αυξηθεί το επίπεδο προβλεπόμενου πληθωρισμού για τους επόμενους μήνες, η αύξηση αυτή αναμένεται να είναι παροδική, και σε κάθε περίπτωση οι πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν κάτω από τον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%. 


Κατά συνέπεια, με βάση τα σημερινά δεδομένα, δεν αναμένεται επιτάχυνση στον ρυθμό προσαρμογής της νομισματικής πολιτικής κατά την φάση της οικονομικής ανάκαμψης. Αν όμως παρατηρηθεί αποσταθεροποίηση των μεσοπρόθεσμων πληθωριστικών προσδοκιών, αυτό θα αλλάξει. Είναι λοιπόν καθοριστικής σημασίας συγκυριακές ανατιμήσεις να μην οδηγήσουν σε αυξημένες πληθωριστικές προσδοκίες που θα πυροδοτήσει ένα πληθωριστικό σπιράλ τιμών και μισθών. Κάτι τέτοιο αναπόφευκτα θα κατέληγε σε  ταχύτερη προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής η οποία πιθανώς θα επιβράδυνε την ανάκαμψη και θα δημιουργούσε παρενέργειες σε πολλά πεδία. Προσωρινές αυξήσεις τιμών, έστω και σημαντικές,  δεν πρέπει να οδηγήσουν σε μια αυτοεκπληρούμενη πληθωριστική προφητεία, της οποίας το κόστος θα είναι σαφώς υψηλότερο για την ευρωπαϊκή οικονομία, σε όρους ΑΕΠ και απασχόλησης. 

ΓΝΩΜΗ  του Μιχάλη Αργυρού